Friday, July 24, 2015

Ένα απρόβλεπτο καλοκαίρι!... Ή μήπως όχι;

Διάβαζα πριν λίγες μόνο μέρες αλλά πάντως πριν απ΄ τη διεξαγωγή του πρόσφατου δημοψηφίσματος και τις μετέπειτα εξελίξεις, στο "Unfollow" από το Old Boy:

«Η περίοδος του μνημονίου φτάνει, αν όχι στην κορύφωσή της, σαφώς πάντως σε μια δραματική της κλιμάκωση, καθώς έχουμε αίφνης μια ριζική αλλαγή στην αφήγηση: ως εδώ πηγαίναμε δεχόμενοι το αναπόφευκτό του· το απεχθανόμασταν αλλά το αποδεχόμασταν. Από δω και πέρα ζούμε στις μέρες που το αναπόφευκτο έδωσε τη θέση του στο απρόβλεπτο».

Και όντως έτσι φαινόταν μέχρι να δούμε το επόμενο επεισόδιο που μόνο καινούργιο δε μοιάζει να ΄ναι! Δυστυχώς τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό επιβεβαιώνονται τα μέχρι τώρα συμπεράσματα: απ΄ τη μια, μια αριστερή, στους τύπους τουλάχιστον, κυβέρνηση που αρνείται να καταλύσει το κατεστημένο πελατειακό κράτος και, απ΄ την άλλη, μια Ευρωπαϊκή Ένωση αποφασισμένη να επιβάλλει σ΄ ένα κράτος-μέλος της του όρους των στυγνών «Αγορών», παρά τις κοινωνικές συνέπειές τους.

Πέντε χρόνια πλέον απ΄ όταν βγήκε στην επιφάνεια η κρίση χρέους που μαζί της όμως έφερε όλες τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας και όχι μόνο αυτής. Πέντε χρόνια τώρα με τα ίδια όπλα, την ίδια στάση, τα ίδια αντανακλαστικά να προσπαθεί η κοινωνία και πρωτίστως οι κυβερνώντες της, να την αντιμετωπίσει.

Είναι η ίδια όμως πενταετία που το μεγαλύτερο διάστημά της με βρίσκει σε ξένους τόπους, μαζί με τόσους άλλους τολμηρούς ξενιτεμένους, ψάχνοντας καλύτερες ευκαιρίες, έχοντας μάθει ή ακόμη μαθαίνοντας μια άλλη λαλιά, μια άλλη νοοτροπία για να μπορούμε να συν-υπάρχουμε με τους γύρω μας, προσπαθώντας σε κάθε περίπτωση να προχωρήσουμε τη ζωή μας! Με το μυαλό να μας κρατάει στα ξένα, την καρδιά όμως πίσω στην πατρίδα...

Και κάτι τελευταίο και ίσως το πιο σημαντικό: πέντε χρόνια που κατακλυζόμενοι από νούμερα, οικονομικούς όρους, μεγέθη κτλ., ξεχάσαμε ποιοι είμαστε, χάσαμε τη ζωή μας! Με τον πιο εύστοχο τρόπο καταφέρνει να το διατυπώσει αυτό ακριβώς ο αγαπημένος, μέγας σκιτσογράφος Αρκάς. Τα συμπεράσματα δικά σας:


Thursday, June 25, 2015

Οι παππούδες μας πρόσφυγες, οι γονείς μας μετανάστες και εμείς...

από post της Έλενας Ακρίτα


Τροφή για σκέψη με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων στις 20 Ιουνίου! Τη μέρα αυτή σίγουρα θα ακούστηκαν για ακόμη μια φορά καλοδιατυπωμένα διαγγέλματα από επίσημα χείλη Ευρωπαίων αξιωματούχων για τους εκατοντάδες πρόσφυγες που από στεριά και θάλασσα ψάχνουν διέξοδο φυγής προς τη γηραιά ήπειρο, από πράξεις ωστόσο ελάχιστες. Τι περιμένεις όταν αυτή η Ευρώπη αδυνατεί να επιδείξει αλληλεγγύη για ένα επίσημο μέλος της, την Ελλάδα, προτάσσοντας εθνικές γραμμές και μιλώντας τη γλώσσα των αγορών και μόνο; Χωρίς προφανώς να εννοείται αλληλεγγύη ως προς το διεφθαρμένο κράτος και τους θιασώτες του! Ας είναι... Εμείς τουλάχιστον, μην ξεχνώντας ποιοι είμαστε, έχουμε ένα λόγο παραπάνω να 'μαστε αλληλέγγυοι στους αδύναμους και κατατρεγμένους! Ο Βορειοευρωπαίος δεν έχει ιδέα τι σημαίνει προσφυγιά και μετανάστευση, έχει το άλλοθι. 



Όταν οι Έλληνες έφτασαν πρόσφυγες στη Συρία - μια συγκλονιστική φωτογραφία (Πηγή: www.lifo.gr)

Wednesday, May 27, 2015

«Από τη Δημοκρατία στην Αγορά»

Αυτό τον υπότιτλο φέρει το τελευταίο ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου, «Αγορά», που ταξιδεύοντας έφτασε πριν λίγες μέρες και στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Μονάχου και όπου είχαμε την ευκαιρία να το παρακολουθήσουμε κι εμείς στη μεγάλη οθόνη. Μπορεί πολλά απ΄ αυτά που είδαμε και ακούσαμε να μας ήταν λίγο-πολύ γνωστά. Όπως παραδείγματος χάριν ότι πολλοί αξιωματούχοι, εντός και εκτός της χώρας, κάποιοι εκ των οποίων μάλιστα συμμετείχαν ενεργά στο σχεδιασμό και την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής των τελευταίων ετών, τολμούν να παραδεχτούν το αδιέξοδο και την άνιση κατανομή των βαρών αυτής της πολιτικής. Ή ότι εξαιτίας αυτής ακριβώς της πολιτικής μεγάλο ποσοστό (σχεδόν ένας στους τρεις!) των Νεοελλήνων βρίσκεται είτε σε κίνδυνο φτώχειας είτε σε κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού, με ό,τι δραματικό συνεπάγεται αυτό για τις συνθήκες διαβίωσής τους. Ή ακόμη χειρότερα, ότι η οικονομική δυσχέρεια και το κλίμα πόλωσης των καιρών οδήγησε στην θεαματική αύξηση της ξενοφοβίας και του νεοναζισμού στην ελληνική κοινωνία. Παρόλα αυτά, άξιζε νομίζω η παρακολούθησή του, πετυχαίνοντας ίσως το σκοπό του να θέσει τον θεατή σε προβληματισμό. Προβληματισμό, κυρίως, για το πώς τελικά θα ανακάμψουμε.

Κάπως έτσι προβληματίστηκε και η παρέα μας και η συζήτηση κατέληξε στην επιτακτική ανάγκη χάραξης μακρόπνοου (σίγουρα πολύ πέρα από τον ορίζοντα της όποιας επόμενης δόσης ενός πακέτου ρευστότητας) εθνικού σχεδίου για το μέλλον της χώρας. Ο τόπος, όλοι μας είμαστε σίγουροι γι΄ αυτό, δε στερείται κανενός από κείνα τα αναγκαία για την υλοποίηση ενός εμπνευσμένου συλλογικού οράματος. Αν μη τι άλλο, διαθέτει το σημαντικότερο γι΄ αυτό το σκοπό: το υψηλής επιστημονικής κατάρτισης ανθρώπινο δυναμικό, αυτό που τόσο καλά παρήγαγε όλα αυτά τα περασμένα χρόνια και το οποίο έτοιμο πλέον να δουλέψει σκληρά, αναγκάζεται δυστυχώς να μεταναστεύσει σε άλλες πολιτείες, μη έχοντας τη δυνατότητα να ανταποδώσει τίποτα.

Βέβαια, για τη χάραξη τέτοιου σχεδίου προϋποτίθενται μεγάλα πολιτικά αναστήματα, τέτοια που λίγα είχε την τύχη να δει ο τόπος και ιδίως σήμερα σπανίζουν. Αν για κάτι απογοήτευσε ο πρωθυπουργός της πρώτης αριστερής κυβέρνησης της μεταπολιτευτικής ιστορίας της Ελλάδος, παρά τα ευοίωνα σημάδια, ήταν για την απουσία ενός τέτοιου σχεδίου. Σχεδίου κοινωνιοκεντρικών προτεραιοτήτων, σχεδίου ασύμβατου όποιας κομματικής, πελατειακής, κρατικοδίαιτης ή στενά συντεχνιακής λογικής και, κυρίως, σχεδίου βασισμένου στην ταυτότητά μας, με τρόπο που να την αναδεικνύει. Απογοητευμένος σκέφτεται, λοιπόν, κανείς: «Και τώρα, πόσο θα πρέπει να περιμένουμε ακόμη μέχρι να φέρει ο ρους της Ιστορίας έναν τέτοιο χαρισματικό, ανιδιοτελή ηγέτη;» 
  
Μήπως, όμως, σε τίποτα δεν ωφελεί αυτή η προσμονή για ένα και μοναδικό πρόσωπο που θα μας σώσει όλους, στάση στο πλαίσιο του λεγόμενου «μεσσιανισμού»; Μήπως, το ευγενές όραμα μιας καλύτερης αυριανής κοινωνίας θέλει τον καθένα να σταυρωθεί για να αναστηθεί μετά τόσο αυτός όσο και όλο το σύνολο; Πόσο διατεθειμένος είναι σήμερα κάποιος μέσα από τις επιλογές και τη στάση ζωής του να είναι λιγότερο ιδιοτελής; Να πάψει να είναι «παρτάκιας» και μόνο; Πότε έκανε τελευταία φορά κάποιος κάτι εκτός της περίφραξης του κήπου του, εκεί που ξεκινάει ο δημόσιος χώρος; Αναρωτιέμαι συχνά πόσοι θα ΄λεγαν όχι σε μια «καλή» θέση στο δημόσιο, εξασφαλισμένη όμως όχι με αξιοκρατικές και διαφανείς διαδικασίες, ακόμη και σήμερα που έχει πλέον γίνει στους περισσότερους σαφές τι ρίζα του κακού ήταν τέτοια φαινόμενα. Ή πόσοι θα αρνιόντουσαν, παρομοίως, μια ευκαιρία εύκολης φοροδιαφυγής; Και τέλος στην ουσία της δημοκρατίας, πόσο ενδιαφέρεται ο καθένας να ασκεί τον προβλεπόμενο ελεγκτικό ρόλο του απέναντι στους εκλεγμένους πολιτευτές του;

Δύσκολα αυτά ε; Πόσω μάλλον με τους δύσκολους ρυθμούς της σημερινής καθημερινότητάς μας... Ώπα, είπε κανείς ότι η δημοκρατία είναι εύκολη; Και γιατί όταν οι ίδιοι αποδεικνυόμαστε τόσο ιδιοτελείς στα απλούστερα, να αναμένουμε απ΄ την άλλη ανιδιοτελείς άρχοντες; Μα ένας καθρέφτης της κοινωνίας που αντιπροσωπεύουν δεν είναι οι τελευταίοι; Κατ΄ αυτή την άποψη θεωρώ άκρως εύστοχο τον υπότιτλο που επέλεξε ο Αυγερόπουλος, τονίζοντας τη μετάβαση της εξουσίας από το δήμο στις στυγνές αγορές, μετάβαση η οποία εμείς από πλευράς μας φαίνεται πως είμαστε διατεθειμένοι να δρομολογηθεί!

Το ΄χε πει άλλωστε ο Θουκυδίδης, «Ή ελευθερία ή ησυχία». Και τα δύο δε γίνεται. Θέλει τη δική του προσωπική επανάσταση του καθενός η ελευθερία στο πλαίσιο της δημοκρατίας.



Καρέ από το ντοκιμαντέρ, όπως διατίθεται στο site

Sunday, May 17, 2015

Η γενιά με τα γένια

«Δεν ξέρω πόσα χρόνια ακριβώς χρειάζονται για να χαρακτηρισθεί ένα ηλικιακό γκρουπ γενιά, και για να πω και την αλήθεια δεν με ενδιαφέρει κιόλας, αλλά θεωρώ πως οι άντρες οι οποίοι είναι γεννημένοι μεταξύ 1981 και 1985 μπορούν να χαρακτηριστούν σαν μια ξεχωριστή γενιά. Οι σημερινοί 30άρηδες λοιπόν, πάνω κάτω, κανονικοί άντρες στο μυαλό και στο σώμα αλλά έφηβοι στην πραγματικότητα. Οι περισσότεροι από αυτούς εγκλωβισμένοι σε μία αέναη αναβλητικότητα και προσμονή. Προσμονή για το καλύτερο και το χειρότερο. 

[...]

Από την στιγμή λοιπόν που δικαιολόγησα γιατί κατά την άποψή μου αυτό το συγκεκριμένο ηλικιακό γκρουπ πρέπει να θεωρείται ξεχωριστή γενιά πρέπει να έχουν και κάτι που θα τους χαρακτηρίζει. Κάτι σαν σήμα κατατεθέν. Η γενιά του πατέρα μου, η λεγόμενη και γενιά του Πολυτεχνείου, εκτός από το Πολυτεχνείο και τη χούντα είχαν τα μακριά μαλλιά και τα παντελόνια με τις τεράστιες καμπάνες. Η επόμενη γενιά είχαν το χαρακτηριστικό του τεχνοκράτη. Οι περισσότεροι σπουδαγμένοι και κυρίως πολύ καλά δικτυωμένοι κατέλαβαν τις καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και κυριάρχησαν στον κόσμο κάνοντας επίδειξη με τα ακριβά αυτοκίνητά τους, τα επώνυμα ρούχα τους και τα κοστούμια. Οι γιάπηδες λοιπόν που ξεκίνησαν από την Αμερική και κατέκλυσαν όλο τον κόσμο. Στην συνέχεια είχαμε τη γενιά που ήταν εμμονική με την εμφάνισή τους. Μέτρο- σέξουαλ νομίζω τους έλεγαν. Και φτάνουμε και στην δική μου. Προσπάθησα πραγματικά να βρω κάτι χαρακτηριστικό της αλλά μάταια. Το μόνο που μου ταίριαζε ήταν η αναμονή αλλά δεν μου κόλλαγε κάτι. Μέχρι να κοιταχτώ στον καθρέπτη και να καταλάβω. Είμαστε η γενιά με τα μούσια. Παντού γύρω σου βλέπεις τρίχες και μούσια. Άλλα μακριά και περιποιημένα, άλλα χύμα, άλλα κοντά, άλλα με κενά, άλλα ίσια, άλλα κατσαρά. Παντού μούσια. Η γενιά με τα γένια λοιπόν».


Αν και πρωτοδημοσιευμένο εδώ σχεδόν ένα χρόνο πριν, πέφτοντας ξανά σήμερα κατά λάθος πάνω του, μου αρέσει τόσο που βρίσκει θέση εδώ. Είναι μάλλον απλά που με αφορά!


Μην ξυρίζεσαι, μην απαρνιέσαι τη γενιά σου!

Saturday, May 2, 2015

«8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ελεύθερος χρόνος, 8 ώρες ανάπαυση»

Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος
να 'ν' ήμερος να 'ναι άκακος

λίγο φαΐ λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ανάσταση

κι όπου φωλιάσει και σταθεί
κανείς να μην του φτάνει εκεί

Μα 'ρθαν αλλιώς τα πράματα
τονε ξυπνάν χαράματα

τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος
του τρώνε και το λίγο βιός

κι από το στόμα την μπουκιά
πάνω στην ώρα τη γλυκιά

του τηνε παίρνουνε κι αυτή
Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί!

Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας, Οδυσσέα Ελύτη


 Σήμερα, 1η του Μάη ο εορτασμός της εργατικής πρωτομαγιάς σε πολλά σημεία του πλανήτη ως ανάμνηση των επιτευγμάτων μετά αιματηρών αγώνων της εργατικής τάξης, μεταξύ άλλων π.χ. του δεδομένου στις μέρες μας εβδομαδιαίου 40ωρου, αλλά και ως υπενθύμιση του διεκδικητικού της ρόλου, της δύναμής της. Το μήνυμα «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ελεύθερος χρόνος, 8 ώρες ανάπαυση» είναι ίσως ακόμη και σήμερα επίκαιρο αρκετά, κρίνοντας κι ο ίδιος ως εργαζόμενος σχετικά άνετων συνθηκών εργασίας, σε μια χώρα, όπου τα εργατικά κεκτημένα φυλάττονται σαν κόρη οφθαλμού. Παρόλα αυτά, δεν είναι λίγες οι φορές που καλείσαι, άμεσα ή έμμεσα, να καταρρίψεις το 8ωρο. Αν μάλιστα, όχι άδικα, συμπεριλάβει κανείς και τον χρόνο μετακίνησης προς κι από το χώρο εργασίας, ίσως απέχει δυστυχώς πολύ η πραγματικότητα από τις οραματιζόμενες 8 ώρες ελεύθερου χρόνου. Βέβαια, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς αν τέτοιου είδους ωράριο είναι πάντα εξωτερικά επιβαλλόμενο κι όχι ως αποτέλεσμα προσωπικών επιλογών για απόκτηση υψηλότερων αποδοχών, έτσι ώστε να ψηλώνει και η αγοραστική δύναμη για κατανάλωση. Αν ο χρόνος είναι χρήμα, όπως συχνά λέγεται, τότε και το χρήμα θα πρέπει να είναι χρόνος, χρόνος κατά τον οποίο στερούνται αγαπημένα πρόσωπα ή ενδιαφέροντα... Πριν μεμφθεί λοιπόν κανείς τη μοίρα του, ας αναλογιστεί κατά πόσο τροφοδοτείται αυτή η κατάσταση από τον ίδιο! 


Thursday, April 16, 2015

«Χριστός ανέστη». Και λοιπόν;

«Ο εόρτιος χαιρετισμός "Χριστός ανέστη" και τα όποια πανηγυρικά συμπαρομαρτούντα έφτασαν ώς τις μέρες μας, από γενιά σε γενιά, όμως απογυμνωμένα, όλο και περισσότερο, από το αρχικό εμπειρικό τους φορτίο, το βιωματικό τους αντίκρισμα. Ακούμε ή διαβάζουμε κάθε χρόνο πασχάλιες εγκυκλίους των αξιωματούχων της "επίσημης" Εκκλησίας και ψάχνουμε απεγνωσμένα (αλλά μάταια) να διακρίνουμε έστω και αμυδρά ίχνη εμπειρικών ψηλαφήσεων που να απηχούνται στη στερεότυπη μεγαλοστομία. Ξεκρέμαστοι όπως είμαστε στο ιλιγγιώδες κενό του ιστορικο-υλιστικού μηδενισμού, με μοναδικό "νόημα" βίου και αποκλειστική, νυχθήμερη μέριμνα τα στρατηγήματα απανθρωπίας που λανσάρονται σαν "οικονομία" και σαν "πολιτική", θα θέλαμε, ίσως, να ρωτήσουμε, επαιτώντας ψήγματα ρεαλισμού εντιμότητας: "Χριστός ανέστη" – και λοιπόν;
 
»Αν ο Χριστός θανατώθηκε με σταυρικό θάνατο και σε τρεις μέρες ξανάζησε, γιατί αυτό το γεγονός ενδιαφέρει εμάς σήμερα, κατά τι μάς αφορά; Οι άνθρωποι συνεχίζουμε να πεθαίνουμε, όπως γινόταν και προτού αναστηθεί ο Χριστός. Κανένας άνθρωπος δεν ξανάζησε μετά τον θάνατό του, γιατί λοιπόν εμείς να γιορτάζουμε ότι νικήθηκε ο θάνατος επειδή αναστήθηκε ο Χριστός;
 
[...]
 
»Στη θρησκευτική προσέγγιση η ανάσταση του Χριστού είναι ένα ανεξήγητο "θαύμα" που μας υποχρεώνει να το δεχθούμε σαν "πεποίθηση". Στην εκκλησιαστική προσέγγιση είναι ένας τρόπος υπάρξεως, που τον γνωρίζουμε όχι με περιγραφές και νοητικά σχήματα, αλλά μόνο μετέχοντας σε αυτό τον τρόπο. Σημαίνεται ο τρόπος με τη γλώσσα του έρωτα: ως "κένωση", άδειασμα από κάθε ατομοκεντρική ιδιοτέλεια. Και γνωρίζεται ο τρόπος μόνο με την πραγμάτωση της ερωτικής αυτοπροσφοράς, της ελευθερίας από τη δουλεία στις τυφλές αναγκαιότητες της επιβίωσης. Το εμπειρικό μέτρο για την πρόσβαση στην εκκλησιαστική λογική και γλώσσα της ανάστασης είναι ο κενωτικός έρωτας, η μετοχή στο άθλημα και στη χαρά της αυτοπροσφοράς.
 
[...]
 
»Το άγγελμα "Χριστός ανέστη" πρέπει να γεννήθηκε από μια ενσυνείδητη και ρεαλιστική χαρά: Αυτό που διψάμε οι άνθρωποι δεν είναι μια ατελεύτητη (και γι’ αυτό εφιαλτική) επιβίωση κάποιας σκιάς ή απόηχου της ύπαρξής μας "εν τόπω χλοερώ", σε αιώνια συνταξιοδοτική "ανάπαυση", όχι. Διψάμε την ελευθερία από κάθε περιορισμό και αναγκαιότητα: Να υπάρχουμε επειδή ελεύθερα θέλουμε να υπάρχουμε, και να θέλουμε να υπάρχουμε επειδή αγαπάμε. Διψάμε "το όλον του έρωτος"».

Wednesday, March 18, 2015

«Μιλήστε ελληνικά το Μάρτιο»


Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική·
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.


Το Άξιον Εστί, Οδυσσέας Ελύτης


Αν και οι αμμουδιές του Ομήρου πέφτουν λίγο μακριά από την Ωκεανία, αυτό σε τίποτα δεν εμπόδισε την ελληνική κοινότητα της Μελβούρνης από τη διοργάνωση της εκστρατείας «Μιλήστε ελληνικά το Μάρτιο», που στόχο έχει την ενθάρρυνση της εκμάθησης της γλώσσας στην εκεί διασπορά. Ψυχή της εκστρατείας ο κ. Μάικ Ζαφειρόπουλος, μέλος της ελληνικής κοινότητας με εντυπωσιακό βιογραφικό όσο αφορά την προσφορά του στα κοινά, από ποικίλες μάλιστα θέσεις, π.χ. ως δήμαρχος του Φίτζροϊ, ως διευθυντής της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας SBS, ως διευθυντής του υπουργείου μετανάστευσης κ.α. Ο συγκεκριμένος μήνας, βέβαια, δεν επιλέχθηκε τυχαία, αφού συνδέεται τόσο με την εθνική επέτειο όσο και με σειρά ελληνικών φεστιβάλ σε όλη την Αυστραλία. 

Ζώντας στο εξωτερικό και έχοντας συναναστραφεί ομογενείς δεύτερης γενεάς, δε δυσκολεύομαι να κατανοήσω το κίνητρο πίσω από τη διοργάνωση της εκστρατείας. Όπως παραδέχονται οι διοργανωτές, «βλέπουμε πολύ συχνά παππούδες και γιαγιάδες που ενώ δεν μπορούν να μιλήσουν καλά αγγλικά, εντούτοις να τα χρησιμοποιούν για να μιλήσουν με τα εγγόνια τους. Δυστυχώς, όσο περνούν τα χρόνια, η γλώσσα εγκαταλείπεται. Το βλέπω από τα δικά μου παιδιά. Ενώ πηγαίνουν το απόγευμα για λίγες ώρες στο ελληνικό σχολείο, δεν νιώθουν άνετα με τα ελληνικά. Κι εμείς, ενώ θα έπρεπε να τους μιλάμε ελληνικά στο σπίτι, συχνά για ευκολία καταφεύγουμε στα αγγλικά». Κι όλα αυτά πόσω μάλλον στην σύγχρονη εποχή της επανάστασης της πληροφορικής και της αλλαγής του τρόπου της μεταξύ μας επικοινωνίας μέσω των κοινωνικών δικτύων. Εκεί όπου η ιστορική ορθογραφία προτιμάται πολύ λιγότερο σε σχέση με τα ευκολότερα και πιο ανεπίσημου ύφους greeklish. 

Θα συμφωνήσω, λοιπόν, με τον κ. Ζαφειρόπουλο όταν κάνει λόγο για αναθεώρηση του τρόπου προσέγγισης του θέματος, και συγκεκριμένα έτσι που να αξιοποιείται γι΄ αυτό το σκοπό το τεράστιο κεφάλαιο των Ελλήνων του εξωτερικού, ανάμεσα στους οποίους, ιδίως τελευταία, υψηλά καταρτισμένοι επιστήμονες και τεχνολόγοι. Όπως λέει, για παράδειγμα, Έλληνας ομογενής από τη Γερμανία είναι ο δημιουργός της επιτυχημένης εφαρμογής Quizdom, που στηρίζει την εκστρατεία λανσάροντας για τους κατοίκους της Αυστραλίας ειδικό διαγωνισμό γνώσεων καθ΄ όλη τη διάρκεια του Μαρτίου. 

Προσωπικά, θεωρούσα αδιαπραγμάτευτη την αξία της μητρικής μου γλώσσας (αναπόσπαστο κομμάτι της οποίας φυσικά αποτελεί η γραφή), μιας γλώσσας στην οποία τυχαίνει να έχουν γραφτεί κείμενα παγκοσμίου πολιτιστικής κληρονομιάς, μέχρι που προσφάτως ρωτήθηκα και έπρεπε να επιχειρηματολογήσω σε τι εξυπηρετεί τάχα σήμερα η ιδιαίτερη και πλέον όχι και τόσο διαδεδομένη ελληνική γραφή, όταν κάλλιστα θα μπορούσε να αντικατασταθεί από μια πολύ ευκολότερη φωνητική ορθογραφία με λατινικούς χαρακτήρες, ή αλλιώς με greeklish. Την πιο πειστική απάντηση τη βρήκα από το Γιάννη Πατίλη*: «Αυτό που ξέρω για τον εαυτό μου είναι ότι υπερασπίζομαι την ιστορική ορθογραφία όχι για να είμαι περισσότερο ή καλύτερος Έλλην, αλλά για να πλουτίζω διαρκώς, κρατώντας την σε εγρήγορση, την ψυχοπνευματική μου εμπειρία και καλλιέργεια, και δι΄ αυτής να είμαι λιγότερο ευάλωτος, όχι τόσο και μόνο ως εθνικό υποκείμενο, αλλά ως κριτικός, πολιτικός και ανθρώπινος νους, απέναντι στις ομογενοποιητικές πολιτισμικές πρακτικές του καιρού μου».

* «Ελληνικά και Ιστορική Ορθογραφία στην Πλανητική Εποχή», Δοκίμιο, Εκδόσεις Πλανόδιον