Wednesday, July 15, 2020

Η λογοτεχνία ξέρει!


Πάει καιρός από την τελευταία φορά που γράφτηκε κάτι εδώ. Όχι και τόσο περίεργο αν σκεφτεί κανείς ότι η κοινωνική ζωή το τελευταίο διάστημα, από το Μάρτιο κιόλας, περιορίστηκε λόγω της πανδημίας στα πολύ βασικά, μην αφήνοντας τα όποια κοινωνικά δρώμενα να προσφέρουν τυχόν ενδιαφέρουσες αφορμές και εμπειρίες για γράψιμο εδώ. Ναι, ειπώθηκε συχνά και θα το επαναλάβω κι εδώ ότι η κοινωνικότητα είναι τελικά που κάνει τη ζωή μεστή νοήματος!

Παράλληλα όλη αυτή την περίοδο μού ήταν προτιμότερος μάλλον ο ρόλος του δέκτη μηνυμάτων, σκέψεων, κειμένων άλλων, παρά αυτός του πομπού. Ίσως εντάθηκε αυτό κι από το μούδιασμα και την αβεβαιότητα της πρωτοφανούς κατάστασης στην οποία μας έθεσε η πανδημία. Σε κάθε περίπτωση αποδεικνύεται μια τέτοια διαδικασία σιωπής επωφελής πριν πει κανείς κάτι. Μακάρι να λαμβάνονταν αυτό πιο συχνά υπόψη από όσους αρθρώνουν δημόσιο λόγο.

Ανάμεσα σε όσα κείμενα έπεσαν στα χέρια μου λοιπόν αυτό τον καιρό, ένα θέλω οπωσδήποτε να ξεχωρίσω εδώ. Δε θυμάμαι πώς ακριβώς ελκύστηκα από αυτό το βιβλίο, έτσι που να αποφασίσω να το διαβάσω άμεσα και μάλιστα στην πρωτότυπή του γλώσσα, τα γερμανικά, που μου ήταν διαθέσιμο. Ίσως χάριν κάποιας σχετικής βιβλιοκριτικής που τόνιζε το γενικευμένο αίσθημα αδικίας το οποίο περιβάλλει το έργο, συντονίζοντάς το με προσωπικές εμπειρίες ή με όλους αυτούς τους περιορισμούς που καλώς ή κακώς καλούμαστε να ακολουθούμε τους τελευταίους μήνες. Στο συγκεκριμένο συγγραφέα άλλωστε ανήκει η παροιμιώδης φράση ότι «τα βιβλία που έχουμε ανάγκη είναι εκείνα που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας» ("
Ein Buch muß die Axt sein für das gefrorene Meer in uns."), κατά την οποία αν τον ερμηνεύω σωστά, η λογοτεχνία σχετίζεται άμεσα με τα συναισθήματα και τις σκέψεις του αναγνώστη, έτσι που ακόμη και καλά κρυμμένα αυτή δύναται να τα βγάζει στην επιφάνεια.

Εντάξει, ο Φραντς Κάφκα μου ήταν ήδη γνωστός. Όταν μάλιστα τον πρωτοδιάβασα στο κάθε άλλο παρά σύνηθες έργο του «Η Μεταμόρφωση», κατάλαβα προς τι αυτή η φήμη του ως συγγραφέα τού παράλογου. Ή ακόμη, αποσπασματικές φράσεις όπως αυτή με την οποία καλωσορίζει ο
Soloύp τον αναγνώστη του στην έντονα συγκινητική εικονογραφημένη ιστορία του «Ο Συλλέκτης, έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο», δε σε αφήνουν αδιάφορο.

Παρεμπιπτόντως, η αναφορά ενός βιβλίου που διάβασα και μου άρεσε σε κάποιο άλλο, ουκ ολίγες φορές με οδήγησε στη συνέχεια στο αναφερόμενο. Πρόκειται για τα μαγικά νήματα που συνδέουν τα καλά βιβλία μεταξύ τους!


Κάπως έτσι εν τέλει άρχισε να ξεφυλλίζεται «Η δίκη» μπρος τα μάτια μου και οι λέξεις να πλάθουν καλά σκηνοθετημένες εικόνες κι εγώ ως αναγνώστης να γίνομαι μάρτυρας μεγάλης έντασης, συχνά παράλογων, καταστάσεων. Ειλικρινά, μαεστρία τέτοιου είδους είχα να δω από το μεγάλο Ντοστογιέφσκι! Και να σκεφτεί κανείς ότι ίδιος ο Κάφκα θεώρησε ότι το έργο αυτό δεν άξιζε να εκδοθεί. Μόνο μετά το θάνατό του και χάριν στην ανυπακοή του έμπιστου φίλου του Μαξ Μπροντ, προσφέρθηκε στο αναγνωστικό κοινό (πρώτη έκδοση το 1925), το οποίο έκτοτε φαίνεται πως το κατατάσσει μεταξύ των πιο εμβληματικών έργων του περασμένου αιώνα.

Τι το κάνει όμως, αλήθεια, τέτοιο; Ο Γιόζεφ Κ., ένας ευυπόληπτος και φιλόδοξος υπάλληλος μιας τράπεζας, συλλαμβάνεται το πρωί των τριακοστών γενεθλίων του από δύο φρουρούς και οδηγείται στον ανακριτή, χωρίς να μάθει ποτέ το λόγο της σύλληψής του. Αρχικά με σιγουριά ότι θα βρει το δίκιο του αλλά σταδιακά αποθαρρημένος, βρίσκεται αντιμέτωπος με κανόνες που ελάχιστο νόημα βγάζουν και τους οποίους κάθε άλλος πέραν αυτού μοιάζει να ξέρει. Φιγούρες που ξεπετάγονται από το πουθενά και υπόσχονται να τον βοηθήσουν, χάνονται τις περισσότερες φορές έτσι όπως ήρθαν χωρίς καμία ουσιαστική βοήθεια. Ένα ολόκληρο σύστημα φαίνεται να δρα με ένα συγκεκριμένο τρόπο και στη μέση του ο πρωταγωνιστής καταβάλλει ανέλπιδες προσπάθειες να του ξεφύγει. Μάταια. Έχοντας βυθιστεί στην αυτολύπηση και την παραίτηση βρίσκει άδοξο τέλος.


Το έργο μπορεί να ερμηνευτεί σε πολλά επίπεδα. Μπροστά από την εποχή του, ο Κάφκα μοιάζει κυρίως με προφήτη εκείνων των ολοκληρωτικών καθεστώτων που έμελλε να δει εν συνεχεία ο προηγούμενος αιώνας. Εκείνων που χτισμένα με βάση τη διαφθορά προσπαθούν να «σπάσουν» τον άνθρωπο μέρα με τη μέρα, θυμίζοντάς του διαρκώς ότι έχουν τον τρόπο να τον καταστρέψουν. Και τελικά το καταφέρνουν, αφήνοντας αυτή την απειλή να αιωρείται πάνω από το κεφάλι του επ΄ αόριστον, αδρανοποιώντας τον έτσι που αυτός ούτε καν ξέρει ενάντια σε τι αγωνίζεται.

Θα μπορούσε από αυτή την άποψη, επομένως, να θεωρηθεί το έργο πλέον ξεπερασμένο; Θα ήταν προφανώς πολύ αφελές να πιστέψει κανείς ότι οι απειλές κατά της δημοκρατίας και της ελευθερίας του ανθρώπου εξαλείφθηκαν μαζί με το πέρας του 20ου αιώνα. Κάθε άλλο, η ιλιγγιώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης θέτουν νέες προκλήσεις. Ειδικοί επιστήμονες του είδους τολμούν να καταστήσουν σαφές ότι «έξυπνες» μηχανές λειτουργούν πλέον με τρόπο όχι απαραιτήτως κατανοητό από τους ανθρώπινους δημιουργούς τους, δες π.χ. εδώ
, με ό,τι ενδεχομένως συνεπάγεται αυτό ως προς το μελλοντικό έλεγχο του ανθρώπου! Άλλοτε πάλι γίνεται λόγος για ψηφιακές δικτατορίες υπό την έννοια της συγκέντρωσης εξουσίας στα χέρια μιας μικρής μόνο ελίτ ευνοημένης από τα τεχνολογικά μέσα που έχει στη διάθεσή της.


Όπως έχει ειπωθεί από το Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, «δεν είναι ούτε αυτονόητο, ούτε αναπόφευκτο ότι η ανθρωπότητα θα προοδεύει πάντα. Βλέπουμε σήμερα το μέλλον να έχει ήδη ξεκινήσει. Είμαστε αντιμέτωποι με την ανηλεή προτεραιότητα του τώρα. Σε αυτή τη μυστήρια ζωή και ιστορία δεν είναι επομένως καθόλου απίθανο να δράσουμε πολύ καθυστερημένα»[1]. Η ζωή όντως τρέχει με απαιτητικούς ρυθμούς. Για όλα όμως εκείνα που θα κρίνουν το μέλλον της ανθρωπότητας, χρειάζεται περισυλλογή. Και αν κάτι μπορεί να βοηθήσει σε αυτό δεν είναι παρά η λογοτεχνία και σπουδαία έργα όπως «Η δίκη»!



1. Martin Luther King, Jr. (2010), Where Do We Go from Here: Chaos Or Community?, Beacon Press.

Sunday, April 5, 2020

Κοινωνικότητα και μοναξιά την εποχή του Facebook

Λίγες μέρες πριν στο πλαίσιο μιας διημερίδας για θέματα Ηθικής στην Τεχνητή Νοημοσύνη παρέστην σε μια πολύ ενδιαφέρουσα διάλεξη με τίτλο "Fairness in Social Media" κατά την οποία ο καθηγητής του Hochschule für Politik München an TUM (Τμήματος Πολιτικών Σπουδών του τεχνικού πανεπιστημίου Μονάχου) κ. Jürgen Pfeffer ήγειρε πολλά ερωτήματα για το ρόλο των λεγόμενων Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης στις σύγχρονες κοινωνίες. Αποτελέσματα σχετικών ερευνών δείχνουν μια όχι πάντα ουδέτερη στάση από πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, κάνουν βάσιμες τις υποψίες για εκούσια ή ακούσια υποκίνηση συγκεκριμένων τάσεων (όπως π.χ. ψευδείς ειδήσεις), φέρνουν στο φως για μια ακόμη φορά την κατάχρηση των προσωπικών δεδομένων των χρηστών και, εν τέλει, κάνουν παραδεκτό το γεγονός ότι αλλάζουν ουσιαστικά τον τρόπο επικοινωνίας και τα αντανακλαστικά μας.



Παρά την όχι άδικη ως εκ τούτου κριτική που τους ασκείται, τέτοιες πλατφόρμες όπως το
Facebook ή το Twitter ανθούν εντυπωσιακά, με αμελητέες αρνητικές διακυμάνσεις κατά καιρούς. Ποιο είναι λοιπόν το μυστικό της επιτυχίας τους; Μα όχι άλλο από την ανθρώπινη ανάγκη για κοινωνικότητα. Ο άνθρωπος είναι ως γνωστόν κοινωνικό-πολιτικόν ον, θέση διαπιστωμένη από αρχαιοτάτων κιόλας χρόνων.

Σήμερα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε μια πρωτόγνωρη για την εποχή μας πανδημία, τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης μοιάζουν να είναι τα μόνα τα οποία μας επιτρέπουν χωρίς περιορισμούς την πολυπόθητη επικοινωνία με άλλα μέλη της κοινωνίας μας. Πράγματι, όταν στην πρόκληση της ανεξέλεγκτης μετάδοσης του ύπουλου ιού, η κοινωνική απομόνωση φαντάζει ως η μόνη δυνατότητα ανάσχεσής του, δε μένουν πολλά περιθώρια επαφής με τον «έξω» κόσμο παρά μέσω της οθόνης ενός κινητού ή ενός υπολογιστή - καλή ώρα.

Τραγική ειρωνεία αυτά τα ίδια μέσα να είναι εκείνα τα οποία έχουν δεχτεί τη δριμεία κριτική για αλλοίωση των ανθρώπινων σχέσεων και στρεβλή κοινωνικότητα ανίκανη να υποκαταστήσει τις πραγματικές σχέσεις! Αν θέλουμε όμως να είμαστε ειλικρινείς, καλά θα κάνουμε να παραδεχτούμε αυτήν την αλλαγή, μήπως κι έτσι καταφέρουμε να τη διαχειριστούμε καλύτερα προς όφελός μας. Μια αλλαγή μάλλον εξαιτίας μιας μετατόπισης της συνολικότερης κουλτούρας που οι νέες τεχνολογίες έχουν επιφέρει. Ο λόγος για μια κουλτούρα όπου κυριαρχεί η λογική της "
show business", των εντυπώσεων και του φαίνεσθαι που μπορεί επιμελώς να κατασκευάσει κανείς στα μέτρα του, της αποθέωσης του ατόμου-καταναλωτή-θύματος αυτών των εντυπώσεων, της μεγάλης ταχύτητας με την οποία εκτιθέμεθα σε τεράστιο όγκο πληροφοριών, πρακτικά αδύνατο να επεξεργαστούμε δεόντως.

Σε αυτό το τοπίο αναπόφευκτα έρχονται στο νου οι οξυδερκείς παρατηρήσεις που τριανταπέντε χρόνια πριν τολμούσε ο
Neil Postman ενόψει της κατίσχυσης των ηλεκτρονικών μέσων, της τηλεόρασης τότε κυρίως φυσικά. Στον πρόλογο του Διασκέδαση Μέχρι Θανάτου, ο δημόσιος λόγος στην εποχή του θεάματος (Amusing Ourselves to Death: Public Discourse in the Age of Show Business, 1985) σημειώνει συγκρίνοντας τις δυο γνωστές δυστοπίες 1984 του George Orwell και Brave New World του Aldous Huxley:

«Τον Orwell τον φόβιζαν οι άνθρωποι που θα απαγόρευαν τα βιβλία. Το Huxley τον φόβιζε το γεγονός ότι δεν θα υπήρχε

λόγος να απαγορευτεί ένα βιβλίο γιατί δεν θα βρισκόταν άνθρωπος πρόθυμος να διαβάσει. Ο Orwell φοβόταν εκείνους που θα μας στερούσαν την πληροφόρηση. Ο Huxley φοβόταν εκείνους που θα μας υπερπληροφορούσαν τόσο ώστε να καταντήσουμε πλάσματα παθητικά και εγωιστικά. Ο Orwell φοβόταν ότι η αλήθεια θα φυλασσόταν μυστική. Ο Huxley φοβόταν ότι η αλήθεια θα πνιγόταν σε έναν ωκεανό σύγχυσης. Ο Orwell φοβόταν ότι θα αναπτύσσαμε πολιτισμό υποτέλειας. Ο Huxley φοβόταν ότι θα αναπτύσσαμε πολιτισμό κοινοτοπίας ασχολούμενοι μόνο με δραστηριότητες αντίστοιχες του orgy porgy*, του centrifugal bumblepuppy** και των αισθησιακών ταινιών. [...] Με λίγα λόγια, ο Orwell φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που μισούμε. Ο Huxley φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που αγαπάμε. Το βιβλίο αυτό εξετάζει την πιθανότητα του να έχει δίκιο ο Huxley, όχι ο Orwell».
*όρος που χρησιμοποιείται από το Huxley για την περιγραφή μιας τελετουργίας τύπου ομαδικού οργίου
**επίσης όρος του Huxley για φουτουριστικό παιδικό παιχνίδι



Και μιλώντας για δυστοπίες, πείτε μου τώρα πώς ακούγεται η ιδέα ενός Υπουργείου Μοναξιάς στη Μεγάλη Βρετανία με σκοπό την αντιμετώπιση μιας «θλιβερής πραγματικότητας της σύγχρονης ζωής» ανησυχητικά μεγάλης μερίδας πολιτών, αν όχι παρμένη από τέτοιου τύπου δυστοπικά μυθιστορήματα; Γεγονός είναι, ωστόσο, ότι περίπου εννέα εκατομμύρια πολίτες της Μεγάλης Βρετανίας (πάνω από ένας στους οκτώ) δηλώνουν ότι νιώθουν κάποιες ή όλες τις στιγμές της ημέρας μοναξιά με ό,τι αυτό συνεπάγεται: κίνδυνος για την υγεία του ατόμου συγκρίσιμος με το κάπνισμα δεκαπέντε τσιγάρων ημερησίως και σε συλλογικό επίπεδο κόστος δεκάδων δισεκατομμυρίων για την οικονομία.[1] Άλλη έρευνα σε αμερικανικό δείγμα καταδεικνύει επίσης την ανησυχητική διάσταση του προβλήματος, με τη νεότερη γενιά (18 έως 22 ετών - η λεγόμενη "Generation Z") να πάσχει περισσότερο από κάθε άλλη.[2]


Γιατί, αλήθεια, νιώθει τόση μοναξιά η Generation Z, η πλέον εξοικειωμένη με την τεχνολογία γενιά; Πρόκειται για μια ερώτηση που διερευνά η Alice Aedy, μια νεαρή Βρετανίδα σκηνοθέτιδα, στο σύντομο ντοκιμαντέρ της Disconnected, βασισμένο σε ανώνυμες τηλεφωνικές μαρτυρίες νέων που ενδιαφέρθηκαν να επικοινωνήσουν για το θέμα τους το 2018, οπότε και ανακοινώθηκαν τα σχέδια της βρετανικής κυβέρνησης για τη σύσταση ενός αρμόδιου υπουργείου:



Αν και τις περισσότερες φορές προτιμώ να κλείνω με ένα αισιόδοξο μήνυμα, αυτό το βίντεο, η αλήθεια είναι, με άφησε μετέωρο ως προς τη μοναξιά για το σύγχρονο άνθρωπο. Ας περιοριστώ οπότε αυτή τη φορά στο ότι σε πείσμα της επικρατούσας κουλτούρας αξίζει κανείς να επενδύει στις ουσιαστικές ανθρώπινες επαφές, ακόμη κι αν η εκ του σύνεγγυς επαφή επιφυλάσσει εκπλήξεις, άλλοτε ευχάριστες, άλλοτε όχι και τόσο, που όμως αυτό αποτελεί άλλωστε και την πρόκληση και το οποίο δε γίνεται να προσδοκούμε να κάνει καλύτερα η τεχνολογία. Κι ας μην το λησμονήσουμε αυτό όταν με το καλό τελειώσει όλο αυτό που ένας ιός με όψη ωσάν βασιλικής κορόνας έλαχε να μας προκαλέσει τη φετινή άνοιξη!


1. https://www.ageuk.org.uk/globalassets/age-uk/documents/reports-and-publications/reports-and-briefings/active-communities/rb_dec17_jocox_commission_finalreport.pdf?mod=article_inline
2. https://www.multivu.com/players/English/8294451-cigna-us-loneliness-survey/?mod=article_inline




--
Κι εδώ όπως πρωτοδημοσιεύτηκε στο bavariagr.de.

Sunday, February 9, 2020

Πόλεμος: αναγκαίο κακό;

Όταν τον Αύγουστο του 2014 επισκέφτηκα για πρώτη φορά τα μικρασιατικά παράλια παρέα με ντόπιο Τούρκο φίλο, μου έμεινε μια γλυκόπικρη γεύση μετά την επιστροφή. Από τη μία, η εγκαρδιότητα της φιλίας που μας οδήγησε άλλωστε να κάνουμε μαζί διακοπές στα μέρη του, πανάρχαιες ελληνικές εστίες που πάντα ήθελα να επισκεφτώ. Από την άλλη, η επί τόπου γνωριμία με έναν περίγυρο που με φωτεινές εξαιρέσεις δε με έβλεπε με το πιο θετικό μάτι μόλις μάθαινε ότι είμαι από την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Και αυτό σε αντίθεση με την οικειότητα που μπορεί να τους προκαλούσε η φυσιογνωμία μου. Ο φίλος βρέθηκε συχνά σε αμηχανία στην προσπάθειά του να μη μας κάνει να νιώσουμε άσχημα κι εγώ αναρωτήθηκα έκτοτε πολλές φορές για το υπάρχον κλίμα.

Μάλλον δεν έπεσα έξω όταν έγραφα τότε ότι το εχθρικό κλίμα καλά εξυπηρετεί τους όποιους άρχοντες αποστρέφοντας την προσοχή από τη αδυναμία διαχείρισης των εσωτερικών τους. Είναι πλέον γνωστό ότι αν κάτι ευθύνεται για τα πάμπολλα δεινά του προηγούμενου αιματηρού αιώνα δεν είναι παρά ο εθνικισμός. Και σήμερα κυβερνήτες όπως ο Ερντογάν επιβεβαιώνουν πλήρως τον τύπο του αυταρχικού άρχοντα που προκλητικά με προμελετημένα βήματα επιδιώκει να αναλάβει ρόλο ηγεμονικό στη γεωστρατηγική σκακιέρα της περιοχής, τι κι αν αυτό προσκρούει στο διεθνές δίκαιο, σε υπογεγραμμένες συνθήκες κτλ. Μπρος τα γεωστρατηγικά αυτά συμφέροντα και τους γεωφυσικούς πόρους που υπόσχονται, τι ψυχή θα έχουν τα θύματα μιας ένοπλης σύγκρουσης, μωρέ; Όσο για την ανθρώπινη αξία κατά αυτόν (χωρίς φυσικά να παραβλέπω άλλους ηγέτες του λόγου τους), μην πας μακριά, σκέψου πόσο εκβιαστικά χρησιμοποιεί τα εκατομμύρια των προσφύγων και μεταναστών εντός των συνόρων του. Για να μην αναφέρω την υπόθεση της έκδοσης των 8 Τούρκων αξιωματικών...

Πώς βλέπουν, όμως, γενικά οι σύγχρονοι νέοι Τούρκοι τις πολεμικές συγκρούσεις; Πώς τις βλέπουν οι Βορειοαμερικανικοί; Οι Ρώσοι; Ή όποιοι άλλοι νέοι ανά την υφήλιο; Μια έρευνα της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού με τίτλο «Millennials on War» έρχεται να δώσει ενδιαφέρουσες απαντήσεις. Με συμμετέχοντες από 16 χώρες του πλανήτη, οι μισές
περίπου εκ των οποίων βρίσκονται σε κάποια κατάσταση σύγκρουσης, και ορίζοντας ως Millennials για τις ανάγκες της έρευνας τους νέους από 20 ώς 35 χρονών, περίπου τα τρία τέταρτα (74%) πιστεύουν ότι οι περισσότεροι πόλεμοι μπορούν να αποφευχθούν. Οι απαντήσεις είναι μοιρασμένες για την πιθανότητα να ζήσουν έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο κατά τη διάρκεια της ζωής τους, με το 47% να τον θεωρεί πιθανό και το 46% απίθανο. Και για την πιθανότητα χρήσης πυρηνικών όπλων στα επόμενα 10 χρόνια, το ποσοστό αυτών που τη θεωρούν πιθανή ανεβαίνει πάνω από το μισό, στο 54%. Επίσης, η πλειοψηφία των συμμετεχόντων έχει ακούσει για τις Συμβάσεις της Γενεύης (54%), πιστεύοντας ότι βοηθούν στην ελάττωση του ανθρώπινου πόνου που προκαλείται από πολέμους και ένοπλες συγκρούσεις (54%) και θεωρώντας κατά συντριπτική πλειοψηφία ότι υπάρχει ανάγκη περαιτέρω επιβολής ορίων (75%).



Ωστόσο, υπάρχουν δυστυχώς και λιγότερο εφησυχαστικές απόψεις στο δείγμα των νέων ανά τον πλανήτη με το 36% να πιστεύει πως θα πρέπει να μπορεί να στερηθεί σε έναν αιχμάλωτο η επικοινωνία με συγγενικά του πρόσωπα — βασικό δικαίωμα υπό το διεθνές δίκαιο. Ή ότι το 41% θεωρεί πως τα βασανιστήρια είναι αποδεκτά σε ορισμένες περιπτώσεις. Ακόμα και όταν τους εξηγήθηκε η Σύμβαση της Γενεύης κατά των Βασανιστηρίων, ένα 37% συνέχισε να πιστεύει ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ο βασανισμός είναι αποδεκτός.

Λυπάμαι πολύ. Δεν είναι, βέβαια, να απορείς, όταν ο άλλος έχει εξοικειωθεί επί καθημερινής βάσης με την ιδέα του πολέμου. Ούτε όταν ο άλλος που ευτυχώς δεν τον έζησε και για αυτόν ακριβώς το λόγο τον υποτιμά. Όσο κοινότοπο κι αν ακούγεται, για μια ακόμη φορά είναι θέμα παιδείας! Ο θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης το διατύπωσε πιο εύστοχα σε ένα κείμενό του που έτυχε να διαβάσω αυτές τις μέρες με αφορμή την πρόσφατη Διεθνή Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος: 
«Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν αρχίζουν στα πεδία των μαχών, ούτε οι ολέθριες πολιτικές ιδεολογίες ξεκινούν από μαζικές συγκεντρώσεις σε πλατείες. Αρχίζουν ανύποπτα στους χώρους της καθημερινής μας ζωής, ξεκινούν ακόμη και μέσα απ' το ίδιο μας το σπίτι. Εκεί φωλιάζουν όλα.
Γι' αυτό μόνο με την πίστη σε μια καθημερινή ζωή, που να μας χωράει όλους, απροκατάληπτη και δίκαιη προς όλους, μπορούμε έστω και καθυστερημένα να πετύχουμε αυτό που τόσο προσδοκούσαμε τον Μάιο του 1945: ένα πραγματικό ποτέ πια»
.

Θα κλείσω μουσικά με ένα τραγούδι, τη φρέσκια εκτέλεση του οποίου μόλις αυτές τις μέρες έτυχε να ακούσω από τους αγαπημένους Πυξ-Λαξ της εφηβείας μου, με τη μουσική υπογραφή του μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη και σε στίχους του Τάσου Λειβαδίτη, του ποιητή που μιλάει κατευθείαν στην καρδιά για την ανθρώπινη αλληλεγγύη. Πώς γίνεται να τον αγνοούσα τόσα χρόνια!