Sunday, January 15, 2023

Το αναγνωστικό διαμάντι της χρονιάς

Οι πρώτες μέρες της νέας χρονιάς άρχισαν κιόλας να κυλάν γρήγορα μέσα από την καθημερινότητα στην οποία επιστρέψαμε. Θα σταθώ με πείσμα, λοιπόν, σήμερα το βράδυ να καταγράψω εδώ ένα ανάγνωσμα από αυτά της προηγούμενης χρονιάς που τολμώ να κατατάξω στα καλύτερά μου έως τώρα. 
 
Με φόντο την υπαρξιακή αγωνία και σαφείς διαστάσεις περί την ανθρώπινη μοναξιά κι αξιοπρέπεια στο φάσμα του θανάτου, η Έρημος των Ταρτάρων του Ντίνο Μπουτζάτι δε γινόταν να μη με κερδίσει ως αναγνώστη με τέτοιες ανησυχίες. Με γραμμική κι απέριττη γραφή ο συγγραφέας περιγράφει πώς ένας νεαρός αξιωματικός ξεκινά και τελικά μένει για μια ζωή σε ένα υποβλητικό απομονωμένο οχυρό, περιμένοντας τους θρυλικούς εχθρούς από το Βορρά. Παράλληλα όμως πλάθεται μια υπέροχη αλληγορία που εύκολα φέρνει στο μυαλό τους καβαφικούς στίχους του «Περιμένοντας τους βαρβάρους».
 
Ενδεικτικό το παρακάτω απόσπασμα* που η μουσική υπόκρουση του Boléro του Raval θα έντυνε δεόντως:

 

© https://www.nicolaferrarese.com/personal-project-1

«Ξαπλωμένος στο στενό κρεβάτι, έξω απ' την άλω της λάμπας πετρελαίου, ενώ αναλογιζόταν τη ζωή του, ο Τζοβάνι Ντρόγκο αντιθέτως αποκοιμήθηκε ξαφνικά. Και στο μεταξύ, ακριβώς εκείνη τη νύχτα -ω, αν το ήξερε, ίσως να μην είχε διάθεση να κοιμηθεί, ακριβώς εκείνη τη νύχτα άρχιζε για κείνον η αναπόδραστη φυγή του χρόνου. 
 
»Μέχρι τότε όδευε στην ξένοιαστη ηλικία της πρώτης νιότης, σ' έναν δρόμο που παιδιά όταν είμαστε μας φαίνεται ατέλειωτος, όπου τα χρόνια κυλούν αργά και με ανάλαφρο βήμα, έτσι ώστε κανένας δεν δίνει σημασία στο φευγιό τους. Βαδίζεις ήρεμα, κοιτάζοντας γύρω σου με περιέργεια, δεν υπάρχει λόγος να βιαστείς, κανένας δεν σε σπρώχνει από πίσω και κανένας δεν σε περιμένει, ακόμα και οι φίλοι προχωρούν ξέγνοιαστοι, σταματώντας συχνά για να αστειευτούν. Από τα σπίτια, στις πόρτες, οι μεγάλοι άνθρωποι χαιρετούν καλοσυνάτα και γνέφουν δείχνοντας τον ορίζοντα με χαμόγελα όλο νόημα· έτσι η καρδιά αρχίζει να χτυπάει στον παλμό ηρωικών και τρυφερών πόθων, προγεύεται τα εκπληκτικά πράγματα που περιμένουν παρακάτω· ακόμη δεν φαίνονται, όχι, αλλά είναι σίγουρο, απολύτως σίγουρο ότι μια μέρα θα έρθουν. 
 
»Έχει πολύ ακόμα; Όχι, αρκεί να διασχίσεις το ποτάμι εκεί κάτω στο βάθος, να περάσεις εκείνους τους πράσινους λόφους. Ή μην τυχόν έχεις ήδη φτάσει; Δεν είναι άραγε εκείνα τα δέντρα, εκείνα τα λιβάδια, αυτό το άσπρο σπίτι όλα όσα ψάχναμε; Για μερικές στιγμές έχει κανείς την εντύπωση πως ναι, και θα ήθελε να σταματήσει. Μετά ακούει να λένε ότι το καλύτερο είναι πιο μπροστά και ξαναπαίρνει δίχως δυσκολία τον δρόμο. 
 
»Έτσι συνεχίζεται η πορεία σε μια γεμάτη εμπιστοσύνη αναμονή και οι μέρες είναι μακριές και ήρεμες, ο ήλιος λάμπει ψηλά στον ουρανό και δείχνει να μην έχει ποτέ διάθεση να βασιλέψει. 
 
»Αλλά κάποια στιγμή, σχεδόν ενστικτωδώς, γυρίζεις το κεφάλι και βλέπεις πίσω σου μια σφαλιστή πόρτα, που φράζει τον δρόμο του γυρισμού. Τότε νιώθεις πως κάτι έχει αλλάξει, ο ήλιος δεν μοιάζει πια ακίνητος, αντιθέτως μετακινείται γοργά, αλίμονο, δεν προλαβαίνεις να τον κοιτάξεις και έχει ήδη γείρει στην άκρη του ορίζοντα, αντιλαμβάνεσαι ότι τα σύννεφα δεν λιμνάζουν πια στους γαλάζιους κόλπους τ' ουρανού αλλά το σκάνε σπρώχνοντας το ένα το άλλο, τόση είναι η αδημονία τους· καταλαβαίνεις ότι ο χρόνος περνά και ότι μια μέρα ο δρόμος θα τελειώσει. 
 
»Κλείνουν κάποια στιγμή πίσω μας μια βαριά πόρτα, την κλειδώνουν εν ριπή οφθαλμού και δεν προλαβαίνεις να γυρίσεις. Αλλά ο Τζοβάνι Ντρόγκο εκείνη τη στιγμή κοιμόταν ανίδεος και χαμογελούσε στον ύπνο του όπως κάνουν τα παιδιά. 
 
»Θα περάσουν μέρες προτού ο Ντρόγκο καταλάβει τι συνέβη. Θα είναι τότε σαν να ξυπνά. Θα κοιτάξει γύρω του δύσπιστος· μετά θα ακούσει ένα συγκεχυμένο ποδοβολητό πίσω του, θα δει τους άλλους, που έχουν ξυπνήσει πριν από αυτόν, που τρέχουν λαχανιασμένοι και τον προσπερνούν για να φτάσουν πρώτοι. Θα ακούσει το χτυποκάρδι του χρόνου να μετρά άπληστα τη ζωή. Στα παράθυρα δεν θα ξεπροβάλλουν πια χαμογελαστές φιγούρες, αλλά πρόσωπα ακίνητα και αδιάφορα. Κι αν εκείνος ρωτήσει πόσος δρόμος τού απομένει, αυτοί θα γνέψουν πάλι προς τον ορίζοντα, δίχως καλοσύνη όμως, δίχως χαρά. Στο μεταξύ, οι σύντροφοι θα χαθούν απ' το οπτικό του πεδίο, κάποιοι θα μείνουν πίσω αποκαμωμένοι, κάποιοι άλλοι αντιθέτως έχουν φύγει μπροστά, τώρα πια δεν είναι παρά μια μικροσκοπική κουκκιδίτσα στον ορίζοντα. 
 
»Πίσω από εκείνο το ποτάμι θα πει ο κόσμος, ακόμα δέκα χιλιόμετρα κι έφτασες. Αντιθέτως, ο δρόμος δεν τελειώνει ποτέ, οι μέρες μικραίνουν όλο και περισσότερο, οι συνταξιδιώτες αραιώνουν όλο και περισσότερο, στα παράθυρα στέκονται απαθείς χλωμές φιγούρες που κουνούν το κεφάλι. 
 
»Μέχρι που ο Ντρόγκο θα μείνει τελείως μόνος και στον ορίζοντα, να, η γραμμή μιας απέραντης, ακίνητης, μολυβένιας θάλασσας. Πλέον θα είναι κουρασμένος, τα σπίτια κατά μήκος του δρόμου θα έχουν σχεδόν όλα τα παράθυρα κλειστά και τα λιγοστά πρόσωπα που θα φαίνονται θα του απαντήσουν με μια αποκαρδιωτική χειρονομία: το καλό ήταν πίσω, πολύ πίσω, κι εκείνος πέρασε από μπροστά χωρίς να το ξέρει. Ω, είναι πολύ αργά τώρα πια για να γυρίσει, πίσω του μεγαλώνει η βουή του πλήθους που τον ακολουθεί, σπρωγμένο απ' την ίδια ψευδαίσθηση, αν και ακόμη δεν φαίνεται στον έρημο άσπρο δρόμο. 
 
»Ο Τζοβάνι Ντρόγκο τώρα κοιμάται μέσα στο τρίτο φυλάκιο. Ονειρεύεται και χαμογελά. Είναι απ' τις τελευταίες φορές που του έρχονται μες στη νύχτα οι γλυκές εικόνες ενός κόσμου ολοκληρωτικά ευτυχισμένου. Αλίμονο, αν μπορούσε να δει τον εαυτό του, πώς θα είναι μια μέρα, εκεί όπου τελειώνει ο δρόμος, ασάλευτος στην ακτή μιας μολυβένιας θάλασσας, κάτω από έναν γκρίζο ομοιόμορφο ουρανό και γύρω του ούτε ένα σπίτι ούτε ένας άνθρωπος, ούτε ένα δέντρο ούτε καν ένα χορταράκι, τα πάντα έτσι από αμνημονεύτων χρόνων».

 

Όταν πρωτοσυναντηθήκαμε σε ένα καφέ με θέα το Θερμαϊκό!
 

Τέτοια αναγνώσματα αν μη τι άλλο σου θυμίζουν ότι αξίζει να ζεις την κάθε στιγμή, να εκτιμάς τις μικρές χαρές που σου προκύπτουν, χωρίς να περιμένεις τις μεγάλες που σχεδιάζεις να έρθουν. Μακάρι η νέα χρονιά να επιφυλάσσει πολλές τέτοιες εκπλήξεις, αναγνωστικών συμπεριλαμβανομένων όπως αυτό το αριστούργημα του Μπουτζάτι!

 

*Μετάφραση Μαρίας Οικονομίδου από την έκδοση Μεταίχμιο. 


ΥΓ: Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1976 από το σκηνοθέτη Βαλέριο Τζουρλίνι κι ακόμη είμαι σε δίλημμα για το αν θέλω να την δω την ταινία, φοβούμενος μήπως μου χαλάσει ό,τι η φαντασία μου δημιούργησε διαβάζοντας τις γραμμές του Μπουτζάτι.