Wednesday, March 10, 2021

Ο άνθρωπος ενώπιον του Θανάτου, κυριολεκτικά!


 

«Τα μεγαλειώδη απαιτούν να τα φυλάμε στη σιωπή. 

Ή να μιλάμε γι΄ αυτά με τη μεγαλοσύνη που τους πρέπει: 

Μεγαλοσύνη σημαίνει με κυνισμό και αθωότητα» -

Η θέληση για δύναμη (Der Wille zur Macht), Φρίντριχ Νίτσε

 

 

Σαββατόβραδο εν καιρώ περιορισμών λόγω πανδημίας κι η μαζεμένη στο σπίτι παρέα θέλει ταινία μήπως και δοκιμάσουμε επιτέλους δεόντως τον καινούργιο προβολέα. Συνήθως τον καιρό αυτό και ίσως παρά το αρχικό σχέδιο για προβολή, η βραδιά εξαντλείται στη μεταξύ μας δια ζώσης επαφή που τόσο πολύ φαίνεται πως έχουμε ανάγκη. Αυτή τη φορά όμως επιμένουμε φτάνοντας στο επόμενο απαιτητικό στάδιο της επιλογής ταινίας, πράγμα διόλου εύκολο όταν ο άλλος δεν έχει αφήσει ταινία για ταινία. Έχω φροντίσει να διευκολύνω λιγάκι την κατάσταση προμηθευόμενος σε μορφή DVD κάποιες κλασικές που θα ήθελα κάποτε οπωσδήποτε να δω. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η «Η Έβδομη Σφραγίδα» του Σουηδού μαέστρου των καρέ του περασμένου αιώνα, του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με μια απόκοσμη σκοτεινή μορφή στο εξώφυλλό του, που με τόση περιέργεια και δέος φαίνεται πάντα να παρατηρεί ο μικρός μου Χάρης στο ράφι. Αν και ο μέγας ταινιοφάγος της παρέας την έχει δει, συμφωνεί να την δούμε ξανά, προειδοποιώντας ωστόσο ότι πρόκειται για βαριά ταινία. Δεν πτοούμαστε και ξεκινάει επιτέλους να προβάλει το θορυβώδες κουτί τα φώτα του στο πανί. 

Τα αρχικά καρέ κιόλας της μνημειώδους παρτίδας σκάκι του ίδιου του Θανάτου με το θαρραλέο και με υπαρξιακές αναζητήσεις ιππότη Μπλοκ εξιτάρουν. Μέχρι τα μέσα τις ταινίας μού έχει γίνει σαφές γιατί η ταινία κατατάσσεται στα αριστουργήματα του σινεμά. Μπορεί μεν οι γερμανικοί υπότιτλοι να μη διευκολύνουν πάντα την κατανόηση όλων των λεπτομερειών των διαλόγων, αλλά η μεσαιωνική ατμόσφαιρα που στήνεται με την πανούκλα να θερίζει τους Ευρωπαίους, μιλάει πολύ πιο δυνατά στο θεατή για τα μηνύματα που θέλει να στείλει ο σκηνοθέτης. Ανάμεσα σε όλο αυτό το μακάβριο σκηνικό αξίζει να σημειωθεί κι η αισιόδοξη νότα που προβάλλει ο δημιουργός μέσα από ένα ζευγάρι σαλτιμπάγκων που χαίρονται τις απλές στιγμές της καθημερινότητας και χάρη στη δύναμη της φαντασίας καταφέρνουν εν τέλει να ξεγελάσουν, έστω προσωρινά, το Θάνατο.  

Μετά από μιάμιση ώρα νιώθω περίεργα ανακουφισμένος έχοντας δει ουσιαστικά μια ταινία που δεν πραγματεύεται κάτι άλλο παρά το αναπότρεπτο του ανθρώπου και την επίπονη αναζήτησή του για το νόημα της ύπαρξής του. Ο ίδιος ο Μπέργκμαν, άλλωστε, έχει δηλώσει ότι έχοντας τελικά ολοκληρώσει αυτό το έργο ένιωσε απαλλαγμένος από την έμμονη ιδέα του μοιραίου θανάτου που τόσο τον απασχολούσε μέχρι τότε. 

Η σημερινή κατάσταση που ζούμε δεν είναι πρωτοφανής στην ανθρώπινη ιστορία. Με κάποια κυνικότητα θα μπορούσε εξάλλου να πει κάποιος ότι αδίστακτοι λοιμοί καθιστούν τον κανόνα. Τα σύγχρονα μέσα αντιμετώπισης, απ΄ την άλλη, είναι ομολογουμένως πρωτοφανή. Όπως επισημαίνει ο Χαράρι, ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία δεν ήταν σε θέση ο άνθρωπος να δαμάσει με τέτοιο τρόπο τα δεινά που του συμβαίνουν, κι αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Μάλιστα συνεργαζόμενη η ανθρωπότητα μπορεί να τα καταφέρει ακόμη καλύτερα σε νέες προκλήσεις που της τίθενται, δες την αναγκαία όπως αποδείχτηκε ψηφιακή διάσταση της ζωής μας και πώς μπορεί αυτή να θωρακιστεί έναντι ψηφιακών ιών κι άλλων εγκληματικών ενεργειών. 

Αν κάτι σε κάθε περίπτωση δε θα πάψει ποτέ να υφίσταται, αυτό δεν είναι παρά η ίδια η ανθρώπινη συνθήκη, το πεπερασμένο δηλαδή της ανθρώπινης φύσης όπως βιώνεται επί του κόσμου τούτου. Μια αντίδραση εν όψει αυτής της σκληρής πραγματικότητας θα ήταν ίσως ο πανικός. Πολύ εύστοχα αναλύοντας την «Πανούκλα» του Καμύ ο Άλεν ντε Μποτόν έγραφε στους New York Times ότι αυτό είναι εντούτοις ανώφελο «γιατί ο πανικός συνιστά μια απάντηση σε μια επικίνδυνη αλλά προσωρινή κατάσταση από την οποία μπορούμε κάποια στιγμή να βρούμε ασφάλεια. Όμως στη ζωή δεν υπάρχει απόλυτη ασφάλεια και για αυτόν το λόγο, κατά τον Καμύ, ας αγαπάμε τους επίσης καταδικασμένους συνανθρώπους μας και ας εργαζόμαστε χωρίς ελπίδα ή απόγνωση για τον περιορισμό των βασάνων. Η ζωή είναι ένα άσυλο, όχι ένα νοσοκομείο».

Saturday, January 2, 2021

Οι παππούδες μας κι εμείς στην πανδημία και τη γιορτή

«Φαντάσου να είχες γεννηθεί το 1900. Στα 14 σου θα ξεκινούσε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και θα τελείωνε στα 18 σου με 22 εκατομμύρια νεκρούς.
»Λίγο μετά, μια παγκόσμια πανδημική γρίπη, η λεγόμενο ισπανική, θα σκότωνε 50 εκατομμύρια ανθρώπους. Θα έβγαινες σώος και αβλαβής στα 20 σου.
»Έπειτα στα 29 σου θα επιβίωνες από μια παγκόσμια οικονομική κρίση που θα είχε ξεκινήσει από την κατάρρευση του χρηματιστηρίου της Ν. Υόρκης, προκαλώντας πληθωρισμό, ανεργία και πείνα.  
»Στα 33 σου, οι Ναζί θα ανεβαίναν στην εξουσία. Θα γινόσουν 39 όταν θα ξεκινούσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και θα τελείωνε στα 45 σου με το Ολοκαύτωμα κατά το οποίο 6 εκατομμύρια Εβραίοι θα θανατώνονταν και με πάνω από 60 εκατομμύρια θύματα συνολικά.
»Στα 52 σου θα ξεκινούσε ο πόλεμος στην Κορέα.
»Στα 64, ο πόλεμος στο Βιετνάμ και θα τελείωνε στα 75 σου.
»Ένα παιδί γεννημένο το 1985 θεωρεί ότι οι παππούδες του δεν έχουν ιδέα πόσο δύσκολη είναι η ζωή του, ενώ αυτοί έχουν περάσει διάφορους πολέμους και κακουχίες.
»Ένα παιδί γεννημένο το 1995 που τώρα είναι 25 νομίζει ότι είναι το τέλος του κόσμου όταν το πακέτο της Amazon παίρνει πάνω από 3 μέρες να έρθει ή όταν δεν μαζεύει πάνω από 15 likes η φωτογραφία που ανέβασε στο Facebook ή Instagram…
»Το 2020 πολλοί από μας ζουν άνετα, έχουν πρόσβαση σε διάφορες πηγές οικιακής διασκέδασης και συχνά έχουν πολλά περισσότερα από όσα χρειάζονται.
»Τίποτα από αυτά δεν ήταν έτσι πριν. Αλλά επιβιώσαμε από πολύ πιο καταστροφικές καταστάσεις και δε χάσαμε ποτέ τη χαρά της ζωής».

Αυτές οι αράδες, ελεύθερα μεταφρασμένες εδώ, κυκλοφόρησαν τελευταία στα διάφορα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (όπως εδώ) σε μια προσπάθεια να μας υπενθυμίσουν πολλές αλήθειες για το σημερινό επίπεδο ζωής και την ανεπίτρεπτη δυσαρέσκειά μας αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες ζωής σε σύγκριση με αυτές του προηγούμενου αιώνα. Και πράγματι είναι γεγονός ότι χάρη στην τεχνολογική ανάπτυξη είμαστε σε πολύ πλεονεκτικότερη θέση απ΄ ό,τι οι παππούδες και οι προπάππουδές μας, πράγμα που συχνά ξεχνάμε αγνοώντας το πρόσφατο παρελθόν και ζώντας μόνο στο μικρόκοσμό μας.

Αναρωτιέμαι, ωστόσο, πόσο διαφέρουν ουσιαστικά τα πράγματα από εκείνα των πρόσφατων προγόνων μας; Υπάρχουσες κοινωνικές ανισότητες* και η σημασία, απ΄ την άλλη, ενός κοινωνικού κράτους για να τις αμβλύνει, τόσο υποτιμημένου όμως σήμερα, ήρθαν επίμονα αυτή τη φορά με αφορμή την πανδημία στο προσκήνιο και μόνο όποιος εθελοτυφλεί μπορεί να εφησυχάζει στον «ασφαλή» κόσμο του, διασκεδάζοντας μέσα από την πληθώρα των παρεχόμενων δυνατοτήτων. Θα πάψει ποτέ άραγε η ανθρωπότητα να έχει ανάγκη από γενναία, ανιδιοτελή αναστήματα που τάσσονται κριτικά και δρουν απέναντι σε αυτές τις άνισα διαμορφωμένες καταστάσεις; Μόνο χάρη σε τέτοια δεν πήγε άλλωστε μπροστά, μπορώντας εν πολλοίς σήμερα να σημειώνει συγκριτικό προβάδισμα;

Αναρωτιέμαι ακόμη, κατά πόσο διαφέρει η φύση του σημερινού ανθρώπου ως προς την ανάγκη άμεσης συναναστροφής με συνανθρώπους του, συσχετιζόμενος και κοινωνώντας τη ζωή μαζί τους; Μπορεί να αντικατασταθεί η δια ζώσης επαφή με ένα φίλο σε αδυναμία από μια βιντεοκλήση; Ερωτήσεις στις οποίες ήρθαν οι δύσκολοι περιορισμοί έναντι της πανδημίας να δώσουν τις πιο πειστικές απαντήσεις τη στιγμή της όλο και περισσότερης ψηφιοποίησης της ζωής μας και παρά την οποία οι φετινές ημέρες των γιορτών βιώθηκαν ομολογουμένως πολύ πιο άδειες.

Αν για κάτι, εντούτοις, είμαι πλέον πεπεισμένος όπως ξεμπροστιάστηκε από αυτή την πανδημία, δεν είναι άλλο παρά η γύμνια των μοντέρνων κοινωνιών απέναντι στον αναπόφευκτο θάνατο, μεταθέτοντας συνεχώς τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα για το μακρινό μέλλον και προτιμώντας πάντα να ξεχνιούνται προς το παρόν με τις άφθονες υλικές απολαύσεις. Αντίθετα, τους πολύ περισσότερα στερούμενους παππούδες μας φαίνεται πως τους απασχολούσε πολύ εντονότερα η αναζήτηση νοήματος της ύπαρξής τους, όντας εν τέλει πολύ καλύτερα προετοιμασμένοι για το επέκεινα.

Σε αυτό ακριβώς το μήκος κύματος έτυχε να διαβάσω αυτές τις μέρες σε μια συνέντευξη τον ψυχίατρο Δημήτρη Καραγιάννη** να λέει:

«Στις κοινωνίες που επιτρέπουν την άνετη αναφορά στο θάνατο, οι αναφορές στο σεξ αποτελούν ταμπού και διέπονται από τις αντίστοιχες απαγορεύσεις. Στις κοινωνίες, όμως, όπου οι σεξουαλικές αναφορές περισσεύουν, όπως στις σύγχρονες δυτικές, οι αναφορές στο θάνατο περιορίζονται δραματικά και ωραιοποιούνται. Η καταιγιστική αναφορά στο σεξ εξυπηρετεί μια επιφανειακή συγκάλυψη όλων των δυσχερειών της ζωής. Το αυτονομημένο σεξ στις μέρες μας είναι πολύ διαδεδομένο ηρεμιστικό και προσφέρεται σε μεγάλες δόσεις για να συγκαλύψει τις πραγματικές δυσκολίες των ανθρώπων».

Και συνεχίζει λίγο παρακάτω: «Η δεύτερη στάση εμπρός στη βεβαιότητα του θανάτου είναι μια γενναία συνειδητοποίηση της σκληρής παρουσίας του και η συγκλονιστική ταπείνωση που επιφέρει. Είναι η αναζήτηση της αγάπης που απαντά στην ατομική θνητότητα, που εξαφανίζει την ισοπεδωτική ματαιότητα που εκπηγάζει από το τέλος της ύπαρξης. Το ηλικιωμένο ζευγάρι που επιμένει να ζει τον έρωτά του και παρά το χρόνο δεν παραιτείται από την έκφραση της τρυφερότητάς του, επιμένει να μη χάνει ούτε ένα δευτερόλεπτο της ζωής του, όχι για αποφυγή του γεγονότος του θανάτου, αλλά γιατί έχει μια υπερβατική, αναστάσιμη, ερωτική στάση που τον κατατροπώνει».

Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο! Μάλιστα το παρακάτω απόσπασμα από άλλο σημείο της εν λόγω συνέντευξης, βρίσκω ότι αποτελεί ό,τι πιο ταιριαστό στο αισιόδοξο μήνυμα που επιχειρείται εναγωνίως να μεταφερθεί με τις ευχές των ημερών:

«Ασκήσεις γιόγκα πλαισιωμένες με κάποιες ανατολικές ρήσεις συναντούν τα κέντρα χαλάρωσης spa και αποτελούν μια προσπάθεια να ξεχαστεί το βασανιστικό ερώτημα της ύπαρξης. Μια απεγνωσμένη προσπάθεια, που ενώ έχει σαν στόχο την αποφυγή της θλίψης, είναι μια βαθύτατα καταθλιπτική στάση. Στις κρίσιμες στιγμές το ηρεμιστικό της θετικής σκέψης και οι αντίστοιχοι τρόποι απόδρασης δεν έχουν αποτέλεσμα και σε αφήνουν απελπιστικά εγκαταλελειμμένο και ανήμπορο. Το να μη λυπάσαι ισοδυναμεί με το να μην αισθάνεσαι. Υποφέρουμε γιατί είμαστε ελεύθεροι. Η άρνηση της αγωνίας της ζωής αντιστοιχεί στην άρνηση του ίδιου του εαυτού. Η αντίθετη κατάσταση προς αυτήν την επιπόλαια στάση του „think positive“ είναι η ευχαριστιακή αντίληψη της ζωής, που είναι βασισμένη στη βεβαιότητα ότι ο θάνατος δεν υφίσταται ως οντότητα. Ευχαριστιακός τρόπος ζωής είναι αυτός που δεν μας υπόσχεται απουσία δυσκολιών, κόπου, βασάνων, νόσων, γήρατος, αλλά πως όλα αυτά είναι τελικά αξιοποιήσιμα για την ολοκλήρωσή μας. Ο ευχαριστιακός τρόπος ζωής βιώνει το εδώ και το τώρα, καθώς η κάθε στιγμή περικλείει την αιωνιότητα. Το λουλουδάκι που βγαίνει δίχως να το έχει καλλιεργήσει κανείς και που περικλείει την αφτιασίδωτη ομορφιά. Το παθιασμένο βλέμμα των ερωτευμένων νέων. Το τρυφερό, σίγουρο και ευγνώμον βλέμμα των ηλικιωμένων συντρόφων. Μια μελωδία. Ένας χορός. Μια συγγνώμη. Ένα φροντισμένο παιδί με σύνδρομο Dοwn. Ένας τεχνίτης που έχει μεράκι. Ένας υπάλληλος που σε εξυπηρετεί με ενδιαφέρον».

Καλά Χριστούγεννα και καλή χρονιά λοιπόν!

 

Τα «μικρά» πράγματα όπως λέει κι ο φωτογράφος που δίνουν νόημα στη ζωή μας! Πότε π.χ. χαζέψατε τελευταία φορά έστω για λίγο τα αμέτρητα λαμπιόνια του ουρανού;  

 

* Mια πρόσφατη έρευνα στη Γερμανία έδειξε ότι μόνο το 0.1% του πληθυσμού έχει 20% (σε σύγκριση με 7% πριν) όλης της ιδιωτικής περιουσίας, το 1% το 35% (22%), το 10% το 67% (59%)... (https://www.diw.de/.../73/diw_01.c.793785.de/20-29-1.pdf) Και αυτό πού; Στη Γερμανία όντας ένα από τα καλύτερα κράτη πρόνοιας!

** Ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα πολύ θετικά από τον ερωτούμενο, που μου ήταν σχεδόν άγνωστος παρά τις συχνές συστάσεις από το φίλο Αντώνη. Τώρα ξέρω σίγουρα ποιο θα είναι ένα από τα αναγνώσματα της νέας χρονιάς!

Wednesday, July 15, 2020

Η λογοτεχνία ξέρει!


Πάει καιρός από την τελευταία φορά που γράφτηκε κάτι εδώ. Όχι και τόσο περίεργο αν σκεφτεί κανείς ότι η κοινωνική ζωή το τελευταίο διάστημα, από το Μάρτιο κιόλας, περιορίστηκε λόγω της πανδημίας στα πολύ βασικά, μην αφήνοντας τα όποια κοινωνικά δρώμενα να προσφέρουν τυχόν ενδιαφέρουσες αφορμές και εμπειρίες για γράψιμο εδώ. Ναι, ειπώθηκε συχνά και θα το επαναλάβω κι εδώ ότι η κοινωνικότητα είναι τελικά που κάνει τη ζωή μεστή νοήματος!

Παράλληλα όλη αυτή την περίοδο μού ήταν προτιμότερος μάλλον ο ρόλος του δέκτη μηνυμάτων, σκέψεων, κειμένων άλλων, παρά αυτός του πομπού. Ίσως εντάθηκε αυτό κι από το μούδιασμα και την αβεβαιότητα της πρωτοφανούς κατάστασης στην οποία μας έθεσε η πανδημία. Σε κάθε περίπτωση αποδεικνύεται μια τέτοια διαδικασία σιωπής επωφελής πριν πει κανείς κάτι. Μακάρι να λαμβάνονταν αυτό πιο συχνά υπόψη από όσους αρθρώνουν δημόσιο λόγο.

Ανάμεσα σε όσα κείμενα έπεσαν στα χέρια μου λοιπόν αυτό τον καιρό, ένα θέλω οπωσδήποτε να ξεχωρίσω εδώ. Δε θυμάμαι πώς ακριβώς ελκύστηκα από αυτό το βιβλίο, έτσι που να αποφασίσω να το διαβάσω άμεσα και μάλιστα στην πρωτότυπή του γλώσσα, τα γερμανικά, που μου ήταν διαθέσιμο. Ίσως χάριν κάποιας σχετικής βιβλιοκριτικής που τόνιζε το γενικευμένο αίσθημα αδικίας το οποίο περιβάλλει το έργο, συντονίζοντάς το με προσωπικές εμπειρίες ή με όλους αυτούς τους περιορισμούς που καλώς ή κακώς καλούμαστε να ακολουθούμε τους τελευταίους μήνες. Στο συγκεκριμένο συγγραφέα άλλωστε ανήκει η παροιμιώδης φράση ότι «τα βιβλία που έχουμε ανάγκη είναι εκείνα που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας» ("
Ein Buch muß die Axt sein für das gefrorene Meer in uns."), κατά την οποία αν τον ερμηνεύω σωστά, η λογοτεχνία σχετίζεται άμεσα με τα συναισθήματα και τις σκέψεις του αναγνώστη, έτσι που ακόμη και καλά κρυμμένα αυτή δύναται να τα βγάζει στην επιφάνεια.

Εντάξει, ο Φραντς Κάφκα μου ήταν ήδη γνωστός. Όταν μάλιστα τον πρωτοδιάβασα στο κάθε άλλο παρά σύνηθες έργο του «Η Μεταμόρφωση», κατάλαβα προς τι αυτή η φήμη του ως συγγραφέα τού παράλογου. Ή ακόμη, αποσπασματικές φράσεις όπως αυτή με την οποία καλωσορίζει ο
Soloύp τον αναγνώστη του στην έντονα συγκινητική εικονογραφημένη ιστορία του «Ο Συλλέκτης, έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο», δε σε αφήνουν αδιάφορο.

Παρεμπιπτόντως, η αναφορά ενός βιβλίου που διάβασα και μου άρεσε σε κάποιο άλλο, ουκ ολίγες φορές με οδήγησε στη συνέχεια στο αναφερόμενο. Πρόκειται για τα μαγικά νήματα που συνδέουν τα καλά βιβλία μεταξύ τους!


Κάπως έτσι εν τέλει άρχισε να ξεφυλλίζεται «Η δίκη» μπρος τα μάτια μου και οι λέξεις να πλάθουν καλά σκηνοθετημένες εικόνες κι εγώ ως αναγνώστης να γίνομαι μάρτυρας μεγάλης έντασης, συχνά παράλογων, καταστάσεων. Ειλικρινά, μαεστρία τέτοιου είδους είχα να δω από το μεγάλο Ντοστογιέφσκι! Και να σκεφτεί κανείς ότι ο ίδιος ο Κάφκα θεώρησε ότι το έργο αυτό δεν άξιζε να εκδοθεί. Μόνο μετά το θάνατό του και χάριν στην ανυπακοή του έμπιστου φίλου του Μαξ Μπροντ, προσφέρθηκε στο αναγνωστικό κοινό (πρώτη έκδοση το 1925), το οποίο έκτοτε φαίνεται πως το κατατάσσει μεταξύ των πιο εμβληματικών έργων του περασμένου αιώνα.

Τι το κάνει όμως, αλήθεια, τέτοιο; Ο Γιόζεφ Κ., ένας ευυπόληπτος και φιλόδοξος υπάλληλος μιας τράπεζας, συλλαμβάνεται το πρωί των τριακοστών γενεθλίων του από δύο φρουρούς και οδηγείται στον ανακριτή, χωρίς να μάθει ποτέ το λόγο της σύλληψής του. Αρχικά με σιγουριά ότι θα βρει το δίκιο του αλλά σταδιακά αποθαρρημένος, βρίσκεται αντιμέτωπος με κανόνες που ελάχιστο νόημα βγάζουν και τους οποίους κάθε άλλος πέραν αυτού μοιάζει να ξέρει. Φιγούρες που ξεπετάγονται από το πουθενά και υπόσχονται να τον βοηθήσουν, χάνονται τις περισσότερες φορές έτσι όπως ήρθαν χωρίς καμία ουσιαστική βοήθεια. Ένα ολόκληρο σύστημα φαίνεται να δρα με ένα συγκεκριμένο τρόπο και στη μέση του ο πρωταγωνιστής καταβάλλει ανέλπιδες προσπάθειες να του ξεφύγει. Μάταια. Έχοντας βυθιστεί στην αυτολύπηση και την παραίτηση βρίσκει άδοξο τέλος.


Το έργο μπορεί να ερμηνευτεί σε πολλά επίπεδα. Μπροστά από την εποχή του, ο Κάφκα μοιάζει κυρίως με προφήτη εκείνων των ολοκληρωτικών καθεστώτων που έμελλε να δει εν συνεχεία ο προηγούμενος αιώνας. Εκείνων που χτισμένα με βάση τη διαφθορά προσπαθούν να «σπάσουν» τον άνθρωπο μέρα με τη μέρα, θυμίζοντάς του διαρκώς ότι έχουν τον τρόπο να τον καταστρέψουν. Και τελικά το καταφέρνουν, αφήνοντας αυτή την απειλή να αιωρείται πάνω από το κεφάλι του επ΄ αόριστον, αδρανοποιώντας τον έτσι που αυτός ούτε καν ξέρει ενάντια σε τι αγωνίζεται.

Θα μπορούσε από αυτή την άποψη, επομένως, να θεωρηθεί το έργο πλέον ξεπερασμένο; Θα ήταν προφανώς πολύ αφελές να πιστέψει κανείς ότι οι απειλές κατά της δημοκρατίας και της ελευθερίας του ανθρώπου εξαλείφθηκαν μαζί με το πέρας του 20ου αιώνα. Κάθε άλλο, η ιλιγγιώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης θέτουν νέες προκλήσεις. Ειδικοί επιστήμονες του είδους τολμούν να καταστήσουν σαφές ότι «έξυπνες» μηχανές λειτουργούν πλέον με τρόπο όχι απαραιτήτως κατανοητό από τους ανθρώπινους δημιουργούς τους, δες π.χ. εδώ
, με ό,τι ενδεχομένως συνεπάγεται αυτό ως προς το μελλοντικό έλεγχο του ανθρώπου! Άλλοτε πάλι γίνεται λόγος για ψηφιακές δικτατορίες υπό την έννοια της συγκέντρωσης εξουσίας στα χέρια μιας μικρής μόνο ελίτ ευνοημένης από τα τεχνολογικά μέσα που έχει στη διάθεσή της.


Όπως έχει ειπωθεί από το Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, «δεν είναι ούτε αυτονόητο, ούτε αναπόφευκτο ότι η ανθρωπότητα θα προοδεύει πάντα. Βλέπουμε σήμερα το μέλλον να έχει ήδη ξεκινήσει. Είμαστε αντιμέτωποι με την ανηλεή προτεραιότητα του τώρα. Σε αυτή τη μυστήρια ζωή και ιστορία δεν είναι επομένως καθόλου απίθανο να δράσουμε πολύ καθυστερημένα»[1]. Η ζωή όντως τρέχει με απαιτητικούς ρυθμούς. Για όλα όμως εκείνα που θα κρίνουν το μέλλον της ανθρωπότητας, χρειάζεται περισυλλογή. Και αν κάτι μπορεί να βοηθήσει σε αυτό δεν είναι παρά η λογοτεχνία και σπουδαία έργα όπως «Η δίκη»!



1. Martin Luther King, Jr. (2010), Where Do We Go from Here: Chaos Or Community?, Beacon Press.

Sunday, April 5, 2020

Κοινωνικότητα και μοναξιά την εποχή του Facebook

Λίγες μέρες πριν στο πλαίσιο μιας διημερίδας για θέματα Ηθικής στην Τεχνητή Νοημοσύνη παρέστην σε μια πολύ ενδιαφέρουσα διάλεξη με τίτλο "Fairness in Social Media" κατά την οποία ο καθηγητής του Hochschule für Politik München an TUM (Τμήματος Πολιτικών Σπουδών του τεχνικού πανεπιστημίου Μονάχου) κ. Jürgen Pfeffer ήγειρε πολλά ερωτήματα για το ρόλο των λεγόμενων Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης στις σύγχρονες κοινωνίες. Αποτελέσματα σχετικών ερευνών δείχνουν μια όχι πάντα ουδέτερη στάση από πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, κάνουν βάσιμες τις υποψίες για εκούσια ή ακούσια υποκίνηση συγκεκριμένων τάσεων (όπως π.χ. ψευδείς ειδήσεις), φέρνουν στο φως για μια ακόμη φορά την κατάχρηση των προσωπικών δεδομένων των χρηστών και, εν τέλει, κάνουν παραδεκτό το γεγονός ότι αλλάζουν ουσιαστικά τον τρόπο επικοινωνίας και τα αντανακλαστικά μας.



Παρά την όχι άδικη ως εκ τούτου κριτική που τους ασκείται, τέτοιες πλατφόρμες όπως το
Facebook ή το Twitter ανθούν εντυπωσιακά, με αμελητέες αρνητικές διακυμάνσεις κατά καιρούς. Ποιο είναι λοιπόν το μυστικό της επιτυχίας τους; Μα όχι άλλο από την ανθρώπινη ανάγκη για κοινωνικότητα. Ο άνθρωπος είναι ως γνωστόν κοινωνικό-πολιτικόν ον, θέση διαπιστωμένη από αρχαιοτάτων κιόλας χρόνων.

Σήμερα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε μια πρωτόγνωρη για την εποχή μας πανδημία, τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης μοιάζουν να είναι τα μόνα τα οποία μας επιτρέπουν χωρίς περιορισμούς την πολυπόθητη επικοινωνία με άλλα μέλη της κοινωνίας μας. Πράγματι, όταν στην πρόκληση της ανεξέλεγκτης μετάδοσης του ύπουλου ιού, η κοινωνική απομόνωση φαντάζει ως η μόνη δυνατότητα ανάσχεσής του, δε μένουν πολλά περιθώρια επαφής με τον «έξω» κόσμο παρά μέσω της οθόνης ενός κινητού ή ενός υπολογιστή - καλή ώρα.

Τραγική ειρωνεία αυτά τα ίδια μέσα να είναι εκείνα τα οποία έχουν δεχτεί τη δριμεία κριτική για αλλοίωση των ανθρώπινων σχέσεων και στρεβλή κοινωνικότητα ανίκανη να υποκαταστήσει τις πραγματικές σχέσεις! Αν θέλουμε όμως να είμαστε ειλικρινείς, καλά θα κάνουμε να παραδεχτούμε αυτήν την αλλαγή, μήπως κι έτσι καταφέρουμε να τη διαχειριστούμε καλύτερα προς όφελός μας. Μια αλλαγή μάλλον εξαιτίας μιας μετατόπισης της συνολικότερης κουλτούρας που οι νέες τεχνολογίες έχουν επιφέρει. Ο λόγος για μια κουλτούρα όπου κυριαρχεί η λογική της "
show business", των εντυπώσεων και του φαίνεσθαι που μπορεί επιμελώς να κατασκευάσει κανείς στα μέτρα του, της αποθέωσης του ατόμου-καταναλωτή-θύματος αυτών των εντυπώσεων, της μεγάλης ταχύτητας με την οποία εκτιθέμεθα σε τεράστιο όγκο πληροφοριών, πρακτικά αδύνατο να επεξεργαστούμε δεόντως.

Σε αυτό το τοπίο αναπόφευκτα έρχονται στο νου οι οξυδερκείς παρατηρήσεις που τριανταπέντε χρόνια πριν τολμούσε ο
Neil Postman ενόψει της κατίσχυσης των ηλεκτρονικών μέσων, της τηλεόρασης τότε κυρίως φυσικά. Στον πρόλογο του Διασκέδαση Μέχρι Θανάτου, ο δημόσιος λόγος στην εποχή του θεάματος (Amusing Ourselves to Death: Public Discourse in the Age of Show Business, 1985) σημειώνει συγκρίνοντας τις δυο γνωστές δυστοπίες 1984 του George Orwell και Brave New World του Aldous Huxley:

«Τον Orwell τον φόβιζαν οι άνθρωποι που θα απαγόρευαν τα βιβλία. Το Huxley τον φόβιζε το γεγονός ότι δεν θα υπήρχε

λόγος να απαγορευτεί ένα βιβλίο γιατί δεν θα βρισκόταν άνθρωπος πρόθυμος να διαβάσει. Ο Orwell φοβόταν εκείνους που θα μας στερούσαν την πληροφόρηση. Ο Huxley φοβόταν εκείνους που θα μας υπερπληροφορούσαν τόσο ώστε να καταντήσουμε πλάσματα παθητικά και εγωιστικά. Ο Orwell φοβόταν ότι η αλήθεια θα φυλασσόταν μυστική. Ο Huxley φοβόταν ότι η αλήθεια θα πνιγόταν σε έναν ωκεανό σύγχυσης. Ο Orwell φοβόταν ότι θα αναπτύσσαμε πολιτισμό υποτέλειας. Ο Huxley φοβόταν ότι θα αναπτύσσαμε πολιτισμό κοινοτοπίας ασχολούμενοι μόνο με δραστηριότητες αντίστοιχες του orgy porgy*, του centrifugal bumblepuppy** και των αισθησιακών ταινιών. [...] Με λίγα λόγια, ο Orwell φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που μισούμε. Ο Huxley φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που αγαπάμε. Το βιβλίο αυτό εξετάζει την πιθανότητα του να έχει δίκιο ο Huxley, όχι ο Orwell».
*όρος που χρησιμοποιείται από το Huxley για την περιγραφή μιας τελετουργίας τύπου ομαδικού οργίου
**επίσης όρος του Huxley για φουτουριστικό παιδικό παιχνίδι



Και μιλώντας για δυστοπίες, πείτε μου τώρα πώς ακούγεται η ιδέα ενός Υπουργείου Μοναξιάς στη Μεγάλη Βρετανία με σκοπό την αντιμετώπιση μιας «θλιβερής πραγματικότητας της σύγχρονης ζωής» ανησυχητικά μεγάλης μερίδας πολιτών, αν όχι παρμένη από τέτοιου τύπου δυστοπικά μυθιστορήματα; Γεγονός είναι, ωστόσο, ότι περίπου εννέα εκατομμύρια πολίτες της Μεγάλης Βρετανίας (πάνω από ένας στους οκτώ) δηλώνουν ότι νιώθουν κάποιες ή όλες τις στιγμές της ημέρας μοναξιά με ό,τι αυτό συνεπάγεται: κίνδυνος για την υγεία του ατόμου συγκρίσιμος με το κάπνισμα δεκαπέντε τσιγάρων ημερησίως και σε συλλογικό επίπεδο κόστος δεκάδων δισεκατομμυρίων για την οικονομία.[1] Άλλη έρευνα σε αμερικανικό δείγμα καταδεικνύει επίσης την ανησυχητική διάσταση του προβλήματος, με τη νεότερη γενιά (18 έως 22 ετών - η λεγόμενη "Generation Z") να πάσχει περισσότερο από κάθε άλλη.[2]


Γιατί, αλήθεια, νιώθει τόση μοναξιά η Generation Z, η πλέον εξοικειωμένη με την τεχνολογία γενιά; Πρόκειται για μια ερώτηση που διερευνά η Alice Aedy, μια νεαρή Βρετανίδα σκηνοθέτιδα, στο σύντομο ντοκιμαντέρ της Disconnected, βασισμένο σε ανώνυμες τηλεφωνικές μαρτυρίες νέων που ενδιαφέρθηκαν να επικοινωνήσουν για το θέμα τους το 2018, οπότε και ανακοινώθηκαν τα σχέδια της βρετανικής κυβέρνησης για τη σύσταση ενός αρμόδιου υπουργείου:



Αν και τις περισσότερες φορές προτιμώ να κλείνω με ένα αισιόδοξο μήνυμα, αυτό το βίντεο, η αλήθεια είναι, με άφησε μετέωρο ως προς τη μοναξιά για το σύγχρονο άνθρωπο. Ας περιοριστώ οπότε αυτή τη φορά στο ότι σε πείσμα της επικρατούσας κουλτούρας αξίζει κανείς να επενδύει στις ουσιαστικές ανθρώπινες επαφές, ακόμη κι αν η εκ του σύνεγγυς επαφή επιφυλάσσει εκπλήξεις, άλλοτε ευχάριστες, άλλοτε όχι και τόσο, που όμως αυτό αποτελεί άλλωστε και την πρόκληση και το οποίο δε γίνεται να προσδοκούμε να κάνει καλύτερα η τεχνολογία. Κι ας μην το λησμονήσουμε αυτό όταν με το καλό τελειώσει όλο αυτό που ένας ιός με όψη ωσάν βασιλικής κορόνας έλαχε να μας προκαλέσει τη φετινή άνοιξη!


1. https://www.ageuk.org.uk/globalassets/age-uk/documents/reports-and-publications/reports-and-briefings/active-communities/rb_dec17_jocox_commission_finalreport.pdf?mod=article_inline
2. https://www.multivu.com/players/English/8294451-cigna-us-loneliness-survey/?mod=article_inline




--
Κι εδώ όπως πρωτοδημοσιεύτηκε στο bavariagr.de.

Sunday, February 9, 2020

Πόλεμος: αναγκαίο κακό;

Όταν τον Αύγουστο του 2014 επισκέφτηκα για πρώτη φορά τα μικρασιατικά παράλια παρέα με ντόπιο Τούρκο φίλο, μου έμεινε μια γλυκόπικρη γεύση μετά την επιστροφή. Από τη μία, η εγκαρδιότητα της φιλίας που μας οδήγησε άλλωστε να κάνουμε μαζί διακοπές στα μέρη του, πανάρχαιες ελληνικές εστίες που πάντα ήθελα να επισκεφτώ. Από την άλλη, η επί τόπου γνωριμία με έναν περίγυρο που με φωτεινές εξαιρέσεις δε με έβλεπε με το πιο θετικό μάτι μόλις μάθαινε ότι είμαι από την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Και αυτό σε αντίθεση με την οικειότητα που μπορεί να τους προκαλούσε η φυσιογνωμία μου. Ο φίλος βρέθηκε συχνά σε αμηχανία στην προσπάθειά του να μη μας κάνει να νιώσουμε άσχημα κι εγώ αναρωτήθηκα έκτοτε πολλές φορές για το υπάρχον κλίμα.

Μάλλον δεν έπεσα έξω όταν έγραφα τότε ότι το εχθρικό κλίμα καλά εξυπηρετεί τους όποιους άρχοντες αποστρέφοντας την προσοχή από τη αδυναμία διαχείρισης των εσωτερικών τους. Είναι πλέον γνωστό ότι αν κάτι ευθύνεται για τα πάμπολλα δεινά του προηγούμενου αιματηρού αιώνα δεν είναι παρά ο εθνικισμός. Και σήμερα κυβερνήτες όπως ο Ερντογάν επιβεβαιώνουν πλήρως τον τύπο του αυταρχικού άρχοντα που προκλητικά με προμελετημένα βήματα επιδιώκει να αναλάβει ρόλο ηγεμονικό στη γεωστρατηγική σκακιέρα της περιοχής, τι κι αν αυτό προσκρούει στο διεθνές δίκαιο, σε υπογεγραμμένες συνθήκες κτλ. Μπρος στα γεωστρατηγικά αυτά συμφέροντα και τους γεωφυσικούς πόρους που υπόσχονται, τι ψυχή θα έχουν τα θύματα μιας ένοπλης σύγκρουσης, μωρέ; Όσο για την ανθρώπινη αξία κατά αυτόν (χωρίς φυσικά να παραβλέπω άλλους ηγέτες του λόγου τους), μην πας μακριά, σκέψου πόσο εκβιαστικά χρησιμοποιεί τα εκατομμύρια των προσφύγων και μεταναστών εντός των συνόρων του. Για να μην αναφέρω την υπόθεση της έκδοσης των 8 Τούρκων αξιωματικών...

Πώς βλέπουν, όμως, γενικά οι σύγχρονοι νέοι Τούρκοι τις πολεμικές συγκρούσεις; Πώς τις βλέπουν οι Βορειοαμερικανικοί; Οι Ρώσοι; Ή όποιοι άλλοι νέοι ανά την υφήλιο; Μια έρευνα της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού με τίτλο «Millennials on War» έρχεται να δώσει ενδιαφέρουσες απαντήσεις. Με συμμετέχοντες από 16 χώρες του πλανήτη, οι μισές
περίπου εκ των οποίων βρίσκονται σε κάποια κατάσταση σύγκρουσης, και ορίζοντας ως Millennials για τις ανάγκες της έρευνας τους νέους από 20 ώς 35 χρονών, περίπου τα τρία τέταρτα (74%) πιστεύουν ότι οι περισσότεροι πόλεμοι μπορούν να αποφευχθούν. Οι απαντήσεις είναι μοιρασμένες για την πιθανότητα να ζήσουν έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο κατά τη διάρκεια της ζωής τους, με το 47% να τον θεωρεί πιθανό και το 46% απίθανο. Και για την πιθανότητα χρήσης πυρηνικών όπλων στα επόμενα 10 χρόνια, το ποσοστό αυτών που τη θεωρούν πιθανή ανεβαίνει πάνω από το μισό, στο 54%. Επίσης, η πλειοψηφία των συμμετεχόντων έχει ακούσει για τις Συμβάσεις της Γενεύης (54%), πιστεύοντας ότι βοηθούν στην ελάττωση του ανθρώπινου πόνου που προκαλείται από πολέμους και ένοπλες συγκρούσεις (54%) και θεωρώντας κατά συντριπτική πλειοψηφία ότι υπάρχει ανάγκη περαιτέρω επιβολής ορίων (75%).



Ωστόσο, υπάρχουν δυστυχώς και λιγότερο εφησυχαστικές απόψεις στο δείγμα των νέων ανά τον πλανήτη με το 36% να πιστεύει πως θα πρέπει να μπορεί να στερηθεί σε έναν αιχμάλωτο η επικοινωνία με συγγενικά του πρόσωπα — βασικό δικαίωμα υπό το διεθνές δίκαιο. Ή ότι το 41% θεωρεί πως τα βασανιστήρια είναι αποδεκτά σε ορισμένες περιπτώσεις. Ακόμα και όταν τους εξηγήθηκε η Σύμβαση της Γενεύης κατά των Βασανιστηρίων, ένα 37% συνέχισε να πιστεύει ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ο βασανισμός είναι αποδεκτός.

Λυπάμαι πολύ. Δεν είναι, βέβαια, να απορείς, όταν ο άλλος έχει εξοικειωθεί επί καθημερινής βάσης με την ιδέα του πολέμου. Ούτε όταν ο άλλος που ευτυχώς δεν τον έζησε και για αυτόν ακριβώς το λόγο τον υποτιμά. Όσο κοινότοπο κι αν ακούγεται, για μια ακόμη φορά είναι θέμα παιδείας! Ο θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης το διατύπωσε πιο εύστοχα σε ένα κείμενό του που έτυχε να διαβάσω αυτές τις μέρες με αφορμή την πρόσφατη Διεθνή Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος: 
«Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν αρχίζουν στα πεδία των μαχών, ούτε οι ολέθριες πολιτικές ιδεολογίες ξεκινούν από μαζικές συγκεντρώσεις σε πλατείες. Αρχίζουν ανύποπτα στους χώρους της καθημερινής μας ζωής, ξεκινούν ακόμη και μέσα απ' το ίδιο μας το σπίτι. Εκεί φωλιάζουν όλα.
Γι' αυτό μόνο με την πίστη σε μια καθημερινή ζωή, που να μας χωράει όλους, απροκατάληπτη και δίκαιη προς όλους, μπορούμε έστω και καθυστερημένα να πετύχουμε αυτό που τόσο προσδοκούσαμε τον Μάιο του 1945: ένα πραγματικό ποτέ πια»
.

Θα κλείσω μουσικά με ένα τραγούδι, τη φρέσκια εκτέλεση του οποίου μόλις αυτές τις μέρες έτυχε να ακούσω από τους αγαπημένους Πυξ-Λαξ της εφηβείας μου, με τη μουσική υπογραφή του μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη και σε στίχους του Τάσου Λειβαδίτη, του ποιητή που μιλάει κατευθείαν στην καρδιά για την ανθρώπινη αλληλεγγύη. Πώς γίνεται να τον αγνοούσα τόσα χρόνια!